Παρασκευή Κατσαούνου,
Καθηγήτρια Πνευμονολογίας Ιατρικής Σχολής Ε.Κ.Π.Α.,
Μονάδα Πνευμονολογίας και Αναπνευστικής Ανεπάρκειας Α΄ΚΕΘ ΓΝΑ Ευαγγελισμός,
Μέλος ΔΣ Ελληνικής Πνευμονολογικής Εταιρείας
katsaounou.com
Tα εμβόλια αποτέλεσαν μετά το πόσιμο νερό, το μεγαλύτερο επίτευγμα της δημόσιας υγείας. Οι άνθρωποι μπορούν να έχουν καλύτερη ποιότητα ζωής, προστατευμένοι από σοβαρά λοιμώδη νοσήματα, τα οποία μπορούν να προληφθούν μέσω του εμβολιασμού. Ιδιαίτερη ανάγκη έχουν οι ηλικιωμένοι, καθώς γερνώντας το ανοσοποιητικό μας σύστημα αδυνατίζει και ανεπαρκεί να μας προστατεύσει, καθώς και οι ασθενείς με συνοσηρότητες όπως τα καρδιαγγειακά και αναπνευστικά νοσήματα, ο σακχαρώδης διαβήτης και η ανοσοανεπάρκεια.
Σημαντικό είναι να γνωρίζουμε ότι το κάπνισμα αποτελεί σημαντικό παράγοντα ευπάθειας στις λοιμώξεις, επηρεάζοντας αρνητικά τόσο την φυσική όσο και την επίκτητη ανοσία. Ενώ οι επιδράσεις στην φυσική ανοσία υποχωρούν σχετικά γρήγορα μετά τη διακοπή του καπνίσματος, οι επιδράσεις στην επίκτητη διατηρούνται επί σειρά ετών λόγω επιγενετικών αλλαγών στο DNA, που καταγράφονται στο γονιδίωμα και επηρεάζουν τη λειτουργία των κυττάρων της ανοσίας. Αυτό εξηγεί εν μέρει την «ευαισθησία» των πρώην καπνιστών σε λοιμώξεις. Οι ενήλικες μπορούν να εμβολιαστούν για προστασία από πέντε είδη λοιμώξεων του αναπνευστικού: του πνευμονιόκοκκου, της γρίπης, του κορωνοϊού, του κοκκύτη και του RSV.
Ο πνευμονιόκοκκος είναι μικροοργανισμός, διαθέτει μια εξωτερική πολυσακχαριδική κάψα που προσδιορίζει τον ορότυπο και λειτουργεί ως λοιμογονικός παράγοντας. Αποτελεί αποκλειστικό παθογόνο του ανθρώπου, που αποικίζει το ρινοφάρυγγα. Έχουν ταυτοποιηθεί περίπου100 ορότυποι του S. Pneumonia. Όλοι οι ορότυποι δεν είναι το ίδιο παθογόνοι, με 31 να αποτελούν αυτούς που μας απασχολούν λόγω της νοσηρότητας και της θνητότητας που προκαλούν.
H πνευμονιοκοκκική νόσος μπορεί αδρά να διακριθεί σε διεισδυτική (μηνιγγίτιδα, βακτηριαιμία) και μη-διεισδυτική νόσο (ωτίτιδα, πνευμονία). Η αναγκαιότητα του εμβολιασμού έναντι του πνευμονιόκοκκου αυξάνει λόγω της σημαντικής αντίστασης στα αντιβιοτικά που παρουσιάζει ο πνευμονιόκοκκος ιδιαίτερα στη χώρα μας, λόγω της αλόγιστης χρήσης των αντιβιοτικών. Επιπρόσθετα, ο πνευμονιόκοκκος είναι το συχνότερα απομονούμενο παθογόνο σε βακτηριακές συλλοιμώξεις ασθενών με γρίπη.
Το εμβολιαστικό σχήμα που αφορά τον αντιπνευμονιοκοκκικό εμβολιασμό ενισχύεται και απλοποιείται με τη διάθεση του νεότερου συζευγμένου 20δύναμου (PCV20) εμβολίου. Έτσι το PCV20 μπορεί να χορηγηθεί εφ’ άπαξ, αντί του παλιότερου εμβολιαστικού σχήματος που απαιτούσε διπλό εμβολιασμό, με το δεκατριδύναμο PCV13 και το 23δύναμο πολυσακχαριδικό εμβόλιο (PPSV23), αναιρώντας τα βασικά μειονεκτήματα του PPSV23, όπως η προοδευτική ελάττωση του τίτλου των αντισωμάτων μετά τον εμβολιασμό – γεγονός που επιβάλλει την επανάληψη του συγκεκριμένου εμβολίου μετά την πάροδο πενταετίας – και η έλλειψη σημαντικού οφέλους κάλυψης έπειτα από δύο εμβολιασμούς.
Επιπρόσθετα μία μόνο δόση συζευγμένου αποτελεσματικού εμβολίου PCV μπορεί να είναι ευκολότερη στην εφαρμογή και βοηθά στην αποφυγή θεμάτων που σχετίζονται με τον διαδοχικό εμβολιασμό. Καθώς με τη πάροδο των χρόνων, ο πληθυσμός εμβολιάζεται, συμβαίνει το φαινόμενο της αντικατάστασης οροτύπων (serotype replacement), δηλαδή ορότυποι που δεν περιλαμβάνονται σε ένα εμβόλιο μπορεί να αυξάνονται σε συχνότητα, φαίνεται ότι μπορεί να ενισχυθεί ο εμβολιασμός έναντι του πνευμονιόκοκκου και με άλλα εμβόλια. Οι πνευμονολόγοι, ως λοιμωξιολόγοι του αναπνευστικού, πρέπει να υιοθετήσουν στην καθημερινή τους πρακτική τον εμβολιασμό και να εισαγάγουν έγκαιρα σε όλους τους ασθενείς με αναπνευστικές παθήσεις και τους καπνιστές τον εμβολιασμό έναντι του πνευμονιόκοκκου.
Το ίδιο βέβαια ισχύει και για όλους τους ιατρούς που έχουν ασθενείς με συνοσηρότητες που οφείλουν να προστατέψουν. Αν και το ηλιακό όριο για τον εμβολιασμό ενηλίκων χωρίς συνοσηρότητες είναι τα 65 έτη, φαίνεται ότι η νοσηρότητα και θνητότητα αυξάνεται σημαντικά ήδη από τα πενήντα έτη. Γι’ αυτό και στην Αμερική το ηλικιακό όριο έχει πέσει στα 50 έτη, γεγονός που πιστεύουμε -σαν Ελληνική Πνευμονολογική Εταιρεία- ότι πρέπει να εφαρμοστεί και στη χώρα μας.
Αν και ο εμβολιασμός έναντι του πνευμονιόκοκκου στη χώρα μας έχει αυξηθεί την τελευταία δεκαετία, εξακολουθεί να είναι χαμηλός και να μην ξεπερνά το 25-30%. Η εμβολιαστική κάλυψη για ένα εμβόλιο ασφαλές και ιδιαίτερα αποτελεσματικό, οφείλει να αυξηθεί και να αποτελέσει προτεραιότητα των επαγγελματιών υγείας. Το εμβόλιο έναντι του πνευμονιόκοκκου μπορεί να συγχορηγηθεί με το εμβόλιο της γρίπης ή το εμβόλιο έναντι του κορωνοϊού (COVID-19). To βέλτιστο όμως είναι να προγραμματιστεί να γίνει σε περίοδο καλοκαιρινή μακριά από λοιμώξεις και χορήγηση εποχιακών εμβολίων. Καθώς η σύσταση από τον επαγγελματία υγείας είναι ο ισχυρότερος προβλεπτικός παράγοντας για το αν ένας ασθενής θα εμβολιαστεί, όλοι οι ιατροί συνταγογραφήστε προγραμματισμένα το εμβόλιο έναντι του πνευμονιόκοκκου. Κι αν ο γιατρός σας το ξεχάσει, ο καθένας σας ας το ζητήσει στην πρώτη ευκαιρία, ως το μέγιστο δώρο προστασίας στα γενέθλιά σας.









