ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ
Χειρουργός Οφθαλμίατρος
Διδάκτωρ Ιατρικής Σχολής Παν. Αθηνών
Εξειδίκευση στον Κερατοειδή UCSD, San Diego, USA
ophthalmiatros-pavlopoulos.gr
Την άνοιξη την πιο αισιόδοξη εποχή του χρόνου, οι μέρες μεγαλώνουν, ο καιρός ζεσταίνει, τα λουλούδια ανθίζουν και η φύση μεταμορφώνεται. Για πολλούς όμως ο ερχομός της άνοιξης συνδυάζεται με την εμφάνιση των εαρινών αλλεργιών. Τα εαρινά αλλεργιογόνα, όπως η γύρη των φυτών (ελιά, περδικάκι, γρασίδι, αγριόχορτα, κυπαρίσσι) και άλλα αερομεταφερόμενα αλλεργιογόνα, προκαλούν έξαρση στις κρίσεις άσθματος, τις αλλεργικές ρινίτιδες και τις αλλεργικές επιπεφυκίτιδες.
Η αλλεργική επιπεφυκίτιδα είναι η φλεγμονή του επιπεφυκότα, δηλαδή του λεπτού ημιδιαφανή ιστού που καλύπτει την εσωτερική επιφάνεια των βλεφάρων και την πρόσθια επιφάνεια του «άσπρου» των ματιών. Υπεύθυνος για αυτές τις αλλεργικές αντιδράσεις είναι ένας λάθος συναγερμός του ανοσοποιητικού μας συστήματος, με αποτέλεσμα την υπερβολική αντίδραση του, σε αβλαβείς ουσίες, που στην πραγματικότητα δεν είναι επικίνδυνες για την υγεία, όπως η σκόνη ή γύρη.
Για να αμυνθεί, παράγει ειδικά αντισώματα IgE ενάντια στις ουσίες αυτές, τις οποίες καλούμε αλλεργιογόνα. Μια επαφή των αλλεργιογόνων με τα IgE αντισώματα που βρίσκονται στην επιφάνεια ορισμένων κυττάρων (σιτευτικά) στον επιπεφυκότα, προκαλεί βλάβη στο τοίχωμα τους και απελευθέρωση ισταμίνης και άλλων ουσιών, που προκαλούν κνησμό, ροζ απόχρωση των ματιών λόγω της διαστολής των αγγείων του επιπεφυκότα, δακρύρροια, οίδημα του επιπεφυκότα (τα μάτια φαίνονται σαν να γυαλίζουν) και παχύρρευστες βλεννώδεις εκκρίσεις, σαν νημάτια που εντοπίζονται συνήθως στις έσω κόγχες των ματιών.
Σε σπάνιες περιπτώσεις μπορεί να πρηστούν και τα βλέφαρα, ή να εμφανιστεί ευαισθησία στο έντονο φως. Υπάρχουν πολλοί τύποι αλλεργικής επιπεφυκίτιδας, αλλά ο πιο συχνός είναι η εποχική αλλεργική επιπεφυκίτιδα. Το ιστορικό, τα συμπτώματα και η οφθαλμολογική εξέταση θα θέσουν εύκολα την διάγνωση. Σε ορισμένες περιπτώσεις όμως, ο οφθαλμίατρος μπορεί να χρειαστεί ειδικές εξετάσεις, για να αναζητήσει την ύπαρξη ειδικών για την αλλεργία κυττάρων (ηωσινόφιλα) στον επιπεφυκότα, ή αντισωμάτων IgE στα δάκρυα. Ίσως επίσης να απαιτηθούν και ειδικές εξετάσεις αίματος, ή δερματικές εξετάσεις, για τον εντοπισμό του αλλεργιογόνου που προκαλεί την αλλεργική αντίδραση.
Η αντιμετώπιση της εποχικής αλλεργικής επιπεφυκίτιδας στοχεύει στην πρόληψη της εμφάνισης των συμπτωμάτων, και την φαρμακευτική θεραπεία της. Η πρόληψη βασίζεται κυρίως στην αποφυγή των υπεύθυνων αλλεργιογόνων. Δεν αερίζουμε τους χώρους του σπιτιού τις ώρες που η γύρη βρίσκεται σε μεγάλη συγκέντρωση στην ατμόσφαιρα, (7-10 π.μ. και 5-8 μ.μ.). Πλένουμε το πρόσωπο και τα χέρια μας μετά από έκθεση σε αλλεργιογόνα. Διατηρούμε το σπίτι μας, τα κλινοσκεπάσματα μας και τα ρούχα μας καθαρά. Έχουμε τα παράθυρα κλειστά, χρησιμοποιούμε κλιματιστικό και καθαρίζουμε τα φίλτρα του τακτικά. Το τρίψιμο των οφθαλμών αποθαρρύνεται, επειδή μπορεί να προκαλέσει την απελευθέρωση ισταμίνης από τα σιτευτικά κύτταρα και να επιδεινώσει τον κνησμό και τη φλεγμονή.
Τα τεχνητά δάκρυα ξεπλένουν τα αλλεργιογόνα και τις φλεγμονώδεις ουσίες από τον επιπεφυκότα, ενώ οι κρύες κομπρέσες, τα επιθέματα πάγου και η ενστάλαξη κρύου φυσιολογικού ορού προσφέρουν κάποια παροδική ανακούφιση. Θεραπευτικά ανάλογα με την περίπτωση μπορούν να χορηγηθούν: α) Αγγειοσυσπαστικά κολλύρια. Ελαττώνουν την υπεραιμία και το οίδημα του επιπεφυκότα παρέχοντας προσωρινή ανακούφιση.
Δεν πρέπει όμως να χρησιμοποιούνται για παραπάνω από 3-4 μέρες. β) Τεχνητά δάκρυα με εκτοΐνη. Τα τεχνητά δάκρυα ξεπλένουν τα αλλεργιογόνα, ενώ η εκτοΐνη δεσμεύοντας μόρια νερού γύρω της, δημιουργεί ένα προστατευτικό “κέλυφος” που εμποδίζει τα αλλεργιογόνα να έρθουν σε επαφή με την επιφάνεια του ματιού. Η εκτοΐνη επίσης έχει ήπια αντιφλεγμονώδη δράση μειώνοντας τη φλεγμονή, την ερυθρότητα και τα συμπτώματα της αλλεργικής επιπεφυκίτιδας. γ) Πολυδύναμα αντισταμινικά κολλύρια. Ανακουφίζουν από τον κνησμό και σταθεροποιώντας την μεμβράνη των σιτευτικών κυττάρων διακόπτουν την απελευθέρωση των ουσιών που προκαλούν την φλεγμονή.
Η χορήγηση των κολλυρίων αυτών πρέπει να ξεκινά πριν την εποχή της εμφάνισης της αλλεργίας και να συνεχίζεται για όλο το διάστημα που διαρκεί. δ) Ήπια κορτιζονούχα κολλύρια. Χορηγούνται μετά από εξέταση από οφθαλμίατρο σε περιπτώσεις έξαρσης και για μικρό χρονικό διάστημα, επειδή η χορήγηση τους για μεγάλο χρονικό διάστημα μπορεί να προκαλέσει καταρράκτη και γλαύκωμα.
