Κατηγορία: ΥΓΕΙΑ

  • Ρευματοειδής αρθρίτιδα: Ασπίδα η μεσογειακή διατροφή

    Ρευματοειδής αρθρίτιδα: Ασπίδα η μεσογειακή διατροφή

    Επιρρεπείς στην ανάπτυξη ρευματοειδούς αρθρίτιδας είναι όσοι ακολουθούν μια υψηλή σε κρέας, αλάτι και αναψυκτικά διατροφή. Αντιθέτως, όσοι επιλέγουν τη μεσογειακή διατροφή αντιμετωπίζουν λιγότερες πιθανότητες εμφάνισης της νόσου. Ένα πλούσιο σε φρούτα, λαχανικά, ελαιόλαδο, δημητριακά και ψάρια, μέτριο σε γαλακτοκομικά προϊόντα και κρασί και φτωχό σε κόκκινο κρέας διαιτολόγιο, μπορεί να βοηθήσει ακόμα και τις καπνίστριες και πρώην καπνίστριες στην πρόληψη της ρευματοειδούς αρθρίτιδας. Στο ευνοϊκό αυτό συμπέρασμα για όσες κάνουν χρήση προϊόντων καπνού κατέληξε μια πρόσφατη γαλλική ανάλυση, μετά από αξιολόγηση της διατροφής περισσότερων από 62.000 γυναικών.

    «Η ρευματοειδής αρθρίτιδα είναι μια αυτοάνοση ασθένεια, που επηρεάζει δύο με τρεις φορές συχνότερα της γυναίκες. Αυτές αντιπροσωπεύουν το 70% των περιπτώσεων. Η  αιτιολογία της εμφάνισής της δεν έχει πλήρως τεκμηριωθεί, ωστόσο η πλειονότητα  των μελετών υποδεικνύει  ότι στην παθογένεσή της αλληλεπιδρούν τόσο περιβαλλοντικοί όσο και γενετικοί, ορμονικοί και  ανοσολογικοί παράγοντες. Συχνά σχετίζεται με αντισώματα [ρευματοειδείς παράγοντες (RF) και/ή αντι-κιτρουλλινικά αντισώματα (ACPA)]. Το κάπνισμα αποτελεί παράγοντα κινδύνου για θετική σε ACPA ρευματοειδή αρθρίτιδα, ιδιαίτερα σε ασθενείς με γενετική προδιάθεση», μας εξηγεί ο εξειδικευμένος στις αρθροπλαστικές ισχίου και γόνατος Oρθοπαιδικός Χειρουργός δρ Αθανάσιος Τσουτσάνης.

    Πρόκειται για μια νόσο που προσβάλλει τις αρθρώσεις, όπως είναι και οι άλλες μορφές αρθρίτιδας. Η βλάβη προκαλείται από ανάπτυξη φλεγμονής και υπερπλασία του αρθρικού υμένα, που οδηγούν σε φθορά του χόνδρου και κατόπιν των οστών της προσβεβλημένης άρθρωσης. Οι ασθενείς βιώνουν τοπικό πόνο, οίδημα και δυσκαμψία, ενώ σπανιότερα μπορεί να εκδηλώσουν εξωαρθρικά συμπτώματα, όπως αναιμία, οφθαλμική φλεγμονή, απώλεια βάρους ή φλεγμονή σε άλλα όργανα του σώματος. Όλα αυτά τα συμπτώματα είναι πιθανόν να επηρεάσουν και την ψυχική υγεία τους, αφού προκαλούν άγχος και κατάθλιψη, χειροτερεύοντας τελικά την ποιότητα ζωής τους. Η νόσος σχετίζεται και με σημαντική θνησιμότητα, με το προσδόκιμο ζωής των ασθενών να είναι πιθανό να μειωθεί κατά τρία έως δέκα χρόνια!

    Πλήττει το 0,5 – 1% του πληθυσμού και η συχνότητα εμφάνισής της στον παγκόσμιο χάρτη ποικίλλει. Στη Νότια Ευρώπη κυμαίνεται από 0,3-0,7%, ενώ στη Βόρεια Ευρώπη και Βόρεια Αμερική μεταξύ 0,5-1%. Έχει διαπιστωθεί ότι στις μεσογειακές χώρες ο αριθμός των πασχόντων είναι μικρότερος και η πάθηση έχει ηπιότερη μορφή. Στη χώρα μας ο  επιπολασμός της είναι 0,68% και εμφανίζεται συχνότερα σε γυναίκες ηλικίας 50-59 ετών.

    Ο λόγος για τη διαφορά αυτή στη βαρύτητα της νόσου στη Μεσόγειο φαίνεται να είναι η διατροφή, λόγω της προστατευτικής, όμως, δράσης της έναντι κάποιων συννοσηροτήτων της ρευματοειδούς αρθρίτιδας, όπως η οστεοπόρωση. Οι μελέτες που έχουν πραγματοποιηθεί για να βρεθούν τα αίτια που εμφανίζεται σπανιότερα η νόσος σε αυτές τις χώρες δεν είναι αρκετές. Οι περισσότερες έχουν δείξει ότι δεν υπάρχει συσχετισμός μεταξύ μεσογειακής διατροφής και ρευματοειδούς αρθρίτιδας, ενώ μία σουηδική μελέτη του 2018  έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι έχει ευεργετική επίδραση στους άνδρες.

    Στόχος της γαλλικής ανάλυσης που δημοσιεύθηκε στο Arthritis & Rheumatology ήταν να εκτιμηθεί η σχέση μεταξύ της μεσογειακής διατροφής και του κινδύνου ρευματοειδούς αρθρίτιδας. Στόχος ήταν ειδικά τα άτομα υψηλού κινδύνου, δεδομένης αφενός της προστασίας που γενικά παρέχει η συγκεκριμένη διατροφή ενάντια στις μη μεταδοτικές ασθένειες και αφετέρου της περιεκτικότητάς της σε βιοδραστικά συστατικά, ιδίως αντιοξειδωτικά και ω-3 λιπαρά οξέα, που μπορεί να έχουν ευεργετική επίδραση στις αυτοάνοσες ασθένειες.

    Η ανάλυση περιέλαβε 62.629 γυναίκες που συμμετείχαν σε μια μελέτη βάσει ερωτηματολογίου, που αξιολόγησε τις διατροφικές συνήθειές τους από το 1990. Συνολικά, 480 γυναίκες εμφάνισαν ρευματοειδή αρθρίτιδα. Παρότι η τήρηση της μεσογειακής διατροφής δεν συσχετίστηκε με τον κίνδυνο ρευματοειδούς αρθρίτιδας, μεταξύ των γυναικών που κάπνιζαν ή ήταν πρώην καπνίστριες συσχετίστηκε με μειωμένο κίνδυνο: υπήρχαν 383 περιπτώσεις ρευματοειδούς αρθρίτιδας ανά 1 εκατομμύριο άτομα ετησίως σε εκείνες που είχαν υψηλή προσήλωση στη μεσογειακή διατροφή, και 515 περιπτώσεις ανά 1 εκατομμύριο άτομα ετησίως μεταξύ εκείνων με μικρή προσήλωση στη διατροφή (και 358 περιπτώσεις ανά 1 εκατομμύριο άτομα ετησίως μεταξύ των γυναικών που δεν κάπνιζαν ποτέ και ήταν απολύτως προσηλωμένες στη μεσογειακή διατροφή).

    «Έχει διαπιστωθεί ότι όσοι καπνίζουν έχουν περισσότερες πιθανότητες εμφάνισης της ρευματοειδούς αρθρίτιδας. Μάλιστα η σχέση είναι δοσοεξαρτώμενη. Όταν υπάρχουν γενετικοί προδιαθεσικοί παράγοντες ο κίνδυνος αυξάνεται κατά 40%. Τόσο αυτή όσο και κάθε άλλη επιρρεπής πληθυσμιακή ομάδα θα πρέπει να ενημερώνεται και να αναζητά εγκαίρως θεραπεία, προκειμένου να αποφεύγονται οι μακροπρόθεσμες καταστροφικές επιπτώσεις στην υγεία τους. Η ένταξη της άσκησης στη ζωή τους για ενδυνάμωση των μυών και η φαρμακευτική αγωγή για την πρόληψη της παραμόρφωσης των αρθρώσεων μπορούν να μειώσουν τον κίνδυνο για χειρουργική αντιμετώπιση του σοβαρού χρόνιου πόνου και των κινητικών προβλημάτων που προκαλούνται. Η συνηθέστερη εγχείρηση για την οριστική απαλλαγή από τα συμπτώματα είναι η ολική αρθροπλαστική, κατά την οποία η φυσική αλλά κατεστραμμένη πλέον άρθρωση αντικαθίσταται με μία τεχνητή». Ευτυχώς, οι επεμβάσεις αυτές γίνονται στις μέρες μας με τεχνικές ελάχιστης επεμβατικότητας, που προσφέρουν πολύ γρήγορη αποκατάσταση. Στην περίπτωση βλάβης της αρθρώσεως του ισχίου η τεχνική AMIS και στην περίπτωση βλάβης του γόνατος η ΜΙΚ αποτελούν δύο πρωτοποριακές τεχνικές. Οι ασθενείς δεν έχουν μετεγχειρητικό πόνο, δεν υπάρχει ανάγκη μετάγγισης αίματος κατά τη διάρκεια ή μετά το χειρουργείο, κινητοποιούνται αμέσως, η ανάγκη νοσηλείας τους είναι εξαιρετικά περιορισμένη και το κυριότερο οι μετεγχειρητικές επιπλοκές είναι εξαιρετικά σπάνιες», καταλήγει ο δρ Αθανάσιος Τσουτσάνης.

  • Διαλείπουσα νηστεία και Διαβήτης

    Διαλείπουσα νηστεία και Διαβήτης

    Η διαλείπουσα νηστεία είναι μια σχετικά νέα πρόταση διατροφής για ρύθμιση και έλεγχο του σωματικού βάρους. Βιώνει μια αύξηση της δημοτικότητας, αποκτώντας όλο και περισσότερο οπαδούς,  λόγω της ευκολίας στην τήρησή της και των πολλών αναφερόμενων ωφελειών για την υγεία.

    Η έννοια της διαλείπουσας νηστείας αναφέρεται σε ένα φάσμα διατροφικών συμπεριφορών που στοχεύουν στη διακοπή της σκόπιμης κατανάλωσης ενέργειας (δηλαδή νηστεία), για παρατεταμένες χρονικές περιόδους, συνήθως μεταξύ 16 και 24 ωρών, σε ένα κανονικό ή ελεύθερο κατά τα άλλα πρόγραμμα διατροφής. Υπάρχουν πολλές παραλλαγές…

    Σε ορισμένα διαλείποντα σχήματα, τα άτομα περιορίζουν την κατανάλωση τροφής σε περίοδο 6 έως 8 ωρών κατά τη διάρκεια της ημέρας, ενώ σε άλλα νηστεύουν για 24  ολόκληρες ώρες αρκετές ημέρες της εβδομάδας κλπ.

    Αρκετά άτομα μπορεί να υιοθετήσουν αυτά τα διατροφικά πρότυπα όχι απλά μόνο σαν μέσο απώλειας βάρους αλλά και για τα υποσχόμενα οφέλη για την υγεία τους. Τα οφέλη αυτά υποστηριζόμενα από ανεκδοτικά στοιχεία, συμπεριλαμβάνουν από την καλύτερη ρύθμιση του Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 2 και τη μείωση των επιπλοκών του, μέχρι την θεραπεία και την αναστροφή του Διαβήτη.

    Δυστυχώς, όλα αυτά παραμένουν αναπόδεικτα και μη δοκιμασμένα σε καλά σχεδιασμένες μελέτες.

    Ενώ ο περιορισμός των θερμίδων και η απώλεια βάρους είναι γνωστό ότι επηρεάζουν ευεργετικά τα αποτελέσματα της υγείας σε ασθενείς με Διαβήτη τύπου 2 -οδηγώντας σε βελτιωμένο έλεγχο γλυκόζης, υπέρτασης και ανώμαλων επιπέδων λιπιδίων- η επίτευξή τους με διαλείπουσα νηστεία προκαλεί ανησυχίες και αμφιβολίες, εξηγεί ο κ. Αντώνιος Λέπουρας MD, Παθολόγος Διαβητολόγος, Διευθυντής Παθολογικής-Διαβητολογικής Κλινικής & Διαβητολογικού Κέντρου Metropolitan General. 

    Μία πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη δημοσιεύθηκε στις 2 Ιουλίου 2020 στο JAMA, παρουσιάζοντας μια νέα οπτική γωνία. Η μελέτη υπογραμμίζει τον περιορισμένο αριθμό αποδεικτικών στοιχείων για τα οφέλη για την υγεία της διαλείπουσας νηστείας μεταξύ των ασθενών με Διαβήτη τύπου 2 (Τ2Δ) και αποκαλύπτει τις πιθανές δυσμενείς επιπλοκές που μπορεί να προκύψουν από αυτήν την προσέγγιση εάν οι ασθενείς δεν παρακολουθούνται προσεκτικά.

    Διαλείπουσα νηστεία και Τ2Δ 

    Μέχρι σήμερα, η διαλείπουσα νηστεία σε ασθενείς με Τ2Δ έχει μελετηθεί μόνο σε λίγες μικρές, βραχυπρόθεσμες δοκιμές που απέδωσαν περιορισμένες ενδείξεις για το όφελος της. Πρόσφατα, μια ομάδα ερευνητών εξέτασε τα στοιχεία για τα οφέλη στην υγεία και την ασφάλεια της διαλείπουσας νηστείας για όσες μελέτες υπήρχαν σε αυτήν την ομάδα ασθενών.

    Επιλέχθηκαν, συγκεκριμένα, μελέτες όπου, η διαλείπουσα νηστεία ορίστηκε ως χρονικά περιορισμένη σίτιση ή νηστεία σε εναλλακτικές ημέρες  κατά τη διάρκεια 1-4 ημερών της εβδομάδας, με μόνο νερό, χυμό ή ζωμό βοδινού και όχι περισσότερες από 700 θερμίδες να καταναλώνονται κατά τις ημέρες της νηστείας.

    Συνολικά, οι συγγραφείς της μελέτης βρήκαν επτά δημοσιευμένες μελέτες νηστείας σε ασθενείς με Τ2Δ – μόνο μία μελέτη είχε πάνω από 63 ασθενείς. Οι περισσότερες μελέτες ήταν μικρής διάρκειας, πραγματοποιήθηκαν περίπου 4 μήνες ή λιγότερο, και αξιολόγησαν πέντε διαφορετικές συχνότητες νηστείας.

    Όλες οι μελέτες ανέφεραν μια σχέση μεταξύ της διαλείπουσας νηστείας και της απώλειας βάρους, ενώ η πλειονότητα σημείωσε επίσης μειωμένη A1c και βελτιωμένα επίπεδα γλυκόζης, ποιότητα ζωής και αρτηριακής πίεσης. Λόγω της έλλειψης ομοιογένειας στο σχεδιασμό, τα μέτρα και τις μορφές διατροφής, δεν ήταν δυνατόν να εξαχθούν ουσιαστικά κλινικά συμπεράσματα.

    Επιπλέον, μόνο μία μελέτη ασχολήθηκε με την ασφάλεια δύο διαλειπόντων θεραπειών νηστείας, διαπιστώνοντας ότι και οι δύο αύξησαν τη συχνότητα εμφάνισης υπογλυκαιμικών επεισοδίων παρά τη χρήση ενός πρωτοκόλλου αλλαγής δόσης φαρμάκου.

    Βελτιωμένη γλυκόζη και γλυκαιμική ρύθμιση, αυξημένοι κίνδυνοι υπογλυκαιμίας με τις διαλειμματικές δίαιτες 

    Η κύρια διαπίστωση των τελευταίων μελετών είναι ότι από τον απλό περιορισμό των θερμίδων η διαλείπουσα νηστεία μπορεί να είναι λιγότερο ασφαλής, για άτομα που θεραπεύονται για Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 2, αν και θα μπορούσε να είναι εξίσου αποτελεσματική.

    Οι ασθενείς με υπάρχοντα διαβήτη που παρουσίασαν απώλεια βάρους είδαν ένα όφελος από τη βελτίωση της γλυκόζης, της αρτηριακής πίεσης και των επιπέδων λιπιδίων, σύμφωνα με τους ερευνητές.

    Ενώ η απώλεια βάρους που σχετίζεται με τη διαλείπουσα νηστεία φαίνεται να είναι παρόμοια με εκείνη που επιτυγχάνεται με περιορισμό των θερμίδων, στην περίπτωση των ασθενών με Διαβήτη τύπου 2, ιδίως σε αυτούς που θεραπεύονται με ινσουλίνη, μπορεί να ενέχει αυξημένο κίνδυνο γλυκαιμικής μεταβλητότητας (πολύ χαμηλές αλλά και πολύ υψηλές διακυμάνσεις του σακχάρου μέσα στο 24ωρο). Η υπογλυκαιμία μπορεί να εμφανιστεί κατά τη διάρκεια της νηστείας και η υπεργλυκαιμία κατά τη διάρκεια της σίτισης, σημειώνουν οι ερευνητές, δημιουργώντας δυνητικά επικίνδυνες κλινικές επιπτώσεις.

    «Μελέτες έχουν ήδη προκαλέσει ανησυχία στο ότι η γλυκαιμική μεταβλητότητα οδηγεί τόσο σε μικροαγγειακές επιπλοκές (π.χ. αμφιβληστροειδοπάθεια, νεφροπάθεια, διαβητικό πόδι, κλπ.) όσο και σε μακροαγγειακές (π.χ. στεφανιαία νόσο, αγγειακά εγκεφαλικά, κλπ.) σε ασθενείς με Τ2Δ, προειδοποίησαν οι συγγραφείς.

    Ως εκ τούτου, συστήνεται η ανάγκη για στενή παρακολούθηση του σακχάρου με στόχο την ανίχνευση της γλυκαιμικής μεταβλητότητας σε ευαίσθητους ασθενείς που ακολουθούν αυτήν τη διατροφή, καθώς και σε όλες τις μελέτες κλινικών παρεμβάσεων που εφαρμόζεται διαλείπουσα νηστεία σε ασθενείς με Τ2Δ», τονίζει ο κ. Λέπουρας.

    Συστάσεις – Επίλογος 

    Το αν η διαλειμματική δίαιτα (διαλείπουσα νηστεία) για ασθενείς με Διαβήτη τύπου 2, προσφέρει μακροχρόνια οφέλη στην συνολική υγεία τους, είναι πολύ δύσκολο να αποδειχθεί. Είναι ίσως πιο εύκολο να την ακολουθήσουν συχνά και πιο μακροχρόνια, άτομα που απασχολούνται σε πολύωρα προγράμματα εργασίας και συνθήκες ακατάστατης ή και ακατάλληλης διατροφής.

    Όμως και η ασφάλεια είναι ένα σημαντικό ερωτηματικό για τα άτομα που λαμβάνουν φαρμακευτική αγωγή. Υπάρχουν λοιπόν και προειδοποιήσεις λόγω ζητημάτων ασφάλειας; 

    Καταρχήν σε άτομα που θεραπεύονται με ινσουλίνη ή ινσουλινοεκκριτικά δισκία, ο κίνδυνος υπογλυκαιμίας με τις σοβαρές συνέπειές του είναι υπαρκτός και αν εφαρμοσθεί η συγκεκριμένη δίαιτα απαιτούνται τακτικές μετρήσεις σακχάρου ιδίως κατά την διάρκεια της νηστείας. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται σε άτομα που αθλούνται ή έχουν έντονη σωματική δραστηριότητα στον εργασιακό τους χώρο. Επίσης, άτομα με συννοσηρότητες (καρδιαγγειακά προβλήματα, νεφρική ανεπάρκεια, κλπ.), καλό είναι να αποφεύγουν τέτοιες διατροφές. Ο απλός περιορισμός των θερμίδων μπορεί να είναι ασφαλέστερη επιλογή για τους περισσότερους από τις ανωτέρω ομάδες.

    Το ερωτηματικό αλλά και μεγάλο πρόβλημα σε όλες τις μεθόδους ρύθμισης του σωματικού βάρους είναι η μακροχρόνια διατήρηση της αρχικής απώλειας βάρους. Βέβαια υπάρχουν αρκετές μελέτες που επιβεβαιώνουν πως έστω και μικρή απώλεια βάρους (5-10%) στην αρχή μπορεί να αναστρέψει στο φυσιολογικό τον Προδιαβήτη αλλά και μεγάλο ποσοστό των ατόμων με Σακχαρώδη Διαβήτη σε αρχικά στάδια. Με αυτή την έννοια η διαλειμματική δίαιτα φαίνεται αποτελεσματική ως προς την απώλεια βάρους, στις μελέτες, και αυτό σίγουρα θα βοηθήσει στην καλύτερη ρύθμιση του Διαβήτη, ίσως και σε αρκετές περιπτώσεις να οδηγήσει σε διακοπή της φαρμακευτικής αγωγής! Εννοείται πως για να διατηρηθούν τα οφέλη, θα πρέπει να διατηρείται αν είναι δυνατόν, δια βίου, η διαχείριση του βάρους και αυτό είναι το δύσκολο…  Η διαλειμματική δίαιτα αν και φαίνεται εύκολη δυστυχώς συχνά κουράζει και μακροχρονίως εγκαταλείπεται (άγνωστο το ποσοστό που την εφαρμόζει, για παράδειγμα, 5 έτη). Αυτό είναι βέβαια γενικό πρόβλημα για όλες τις μεθόδους διατήρησης – ελέγχου του βάρους και φυσικά αποτελεί στοιχείο μελέτης και προβληματισμού και για την συγκεκριμένη πρόταση δίαιτας – διατροφής.

    Κάθε προσπάθεια αλλαγής συμπεριφοράς στο σώμα μας, με την βελτίωση της ποιότητας της διατροφής μας, τη μείωση του βάρους, και την αύξηση της σωματικής άσκησης, είναι επιθυμητή και συνιστάμενη. Η διαλείπουσα νηστεία είναι μια ενδιαφέρουσα πρόταση απώλειας βάρους.                 

    Όμως έως ότου η διαλείπουσα νηστεία αποδειχθεί αποτελεσματική και ασφαλής στον έλεγχο του διαβήτη και των επιπλοκών του, τα διαθέσιμα δεδομένα μελετών υποδηλώνουν ότι τέτοια σχήματα για ασθενείς με Διαβήτη τύπου 2, πρέπει να προσεγγίζονται με προσοχή, ο κίνδυνος υπογλυκαιμίας να παρακολουθείται στενά και η φαρμακευτική αγωγή να προσαρμόζεται προσεκτικά για να διασφαλιστεί τόσο η ασφάλεια, όσο και η αποτελεσματικότητα αυτής της διατροφικής παρέμβασης, καταλήγει ο κ. Λέπουρας. 

    Επιμέλεια: Νεκταρία Καρακώστα, Δημοσιογράφος Υγείας

  • Η συμβολή της φυσικοθεραπείας στη ζωή των γυναικών με εμμηνόπαυση

    Η συμβολή της φυσικοθεραπείας στη ζωή των γυναικών με εμμηνόπαυση

    Γράφει ο Σταύρος Σταθόπουλος, Φυσικοθεραπευτής εξειδικευμένος στην αποκατάσταση νευρολογικών & νευροψυχολογικών δυσχερειών, Γ.Ν.Α «Ο Ευαγγελισμός», Δ/ντης & Καθ. Μ.Π.Ε Παν/μίου “G. Marconi”, Ρώμης, Ιταλία, Συντονιστής Επιστημονικού τμήματος «Φυσικοθεραπεία στην Ψυχική Υγεία» του Ν.Π.Δ.Δ «Πανελλήνιος Σύλλογος Φυσικοθεραπευτών» (Π.Σ.Φ) & εκπρόσωπος του στην Διεθνή Οργάνωση Φυσικοθεραπείας στην Ψυχική Υγεία (I.O.P.T.M.H), υποομάδας της Παγκόσμιας Συνομοσπονδίας Φυσικοθεραπείας (W.C.P.T), Γραμματέας Δ.Σ του Ευρωπαϊκού Δικτύου για την Ενεργό Διαβίωση στην Ψυχική Υγεία (E.N.A.L.M.H), Μέλος του Δικτύου της W.C.P.T για προώθηση της υγείας στη ζωή και την εργασία (H.P.L.W), Physioplus certified in: Exercise, health and patterns in physical activity & Physical Activity as EBP in Mental Health”, Οργανωτικός Γραμματέας του περιφερειακού τμήματος Αττικής του Π.Σ.Φ-Ν.Π.Δ.Δ, Επιστημονικός Συνεργάτης της ΕΛΕΤΕΜ 

    Η μετάβαση στην εμμηνόπαυση μπορεί να έχει διάφορες σωματικές, ψυχολογικές και κοινωνικές επιπτώσεις στη ζωή μιας γυναίκας και η ικανότητα αντιμετώπισης αυτών των αλλαγών μπορεί να επηρεαστεί από την κοινωνικοοικονομική κατάσταση, το εισόδημα, το επίπεδο εκπαίδευσης, την εργασιακή ζωή και τις κοινωνικές σχέσεις.

    Οι φυσικοθεραπευτές είναι αναπόσπαστο μέρος της διεπιστημονικής ομάδας προσέγγισης, διενεργούν εξατομικευμένες αξιολογήσεις & παρέχουν κατάλληλες στρατηγικές διαχείρισης για την υγεία των βελτιώνοντας έτσι τη συνολική ποιότητα ζωής τους.

    Ενδεικτικά

    Εξάψεις 

    • Συστηματικό και δομημένο πρόγραμμα καθοδηγούμενης ή επιβλεπομένης θεραπευτικής άσκησης αερόβιου τύπου (βάδιση, χορός, τρέξιμο, ποδηλασία, κολύμβηση) ήπιας έως μέτριας έντασης (έντονες ασκήσεις φέρνουν ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα) για τουλάχιστον16 εβδομάδες, 3- 5 φορές την εβδομάδα και για 30-45 συνεχόμενα λεπτά την φορά (προτιμητέο σε ανοιχτούς ή καλά αεριζόμενους χώρους)
    • Τεχνικές χαλάρωσης (εκπαίδευση αναπνοής ,biofeedback,κλπ.)

    Κολπική ξηρότητα και / ή σεξουαλική δυσλειτουργία 

    Η σεξουαλική υγεία μπορεί να επηρεαστεί αρνητικά. Οι εξειδικευμένοι φυσικοθεραπευτές είναι σε θέση να εκπαιδεύσουν

    • στην ορθή χρήση κολπικών λιπαντικών ή διαστολέων
    • σε ασκήσεις πυελικού εδάφους
    • στις κατάλληλες στάσεις κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής επαφής. 

    Κατάθλιψη 

    Σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ψυχιατρικής Εταιρείας (2018), η δομημένη σωματική άσκηση –εν αντιθέσει με την άσκηση μέσω καθημερινών δραστηριοτήτων όπως το περπάτημα με σκοπό τη μετακίνηση έχει το ίδιο θεραπευτικό αποτέλεσμα σε ήπια-μέτρια κατάθλιψη όπως με αυτό της φαρμακευτικής αγωγής και της ψυχοθεραπείας

    Διαταραχές ύπνου 

    Οι κατάλληλες συστάσεις για τις αναγκαίες αλλαγές στον τρόπο ζωής, τα προγράμματα άσκησης καθώς και οι τεχνικές χαλάρωσης θα βοηθήσουν στην βελτίωση του ύπνου  

    Πόνος στις αρθρώσεις / Μυοσκελετικός πόνος 

    Ο έλεγχος βάρους και η τακτική άσκηση συνιστώνται ως οι καλύτερες θεραπείες για τον μυοσκελετικό πόνο, ιδιαίτερα η άσκηση στο νερό μπορεί να είναι μια καλή εναλλακτική λύση, γιατί μειώνεται η καταπόνηση των μύων και των αρθρώσεων.  

    Γνωστικές αλλαγές 

    Η ανεπάρκεια οιστρογόνων μπορεί να φέρει απώλεια μνήμης και δυσκολία συγκέντρωσης. Η τακτική και δομημένη άσκηση δρα τόσο προληπτικά όσο και βελτιωτικά των συμπτωμάτων.  

    Μακροχρόνιες επιδράσεις της εμμηνόπαυσης 

    Οστεοπόρωση και πυκνότητα των οστών 

    Μελέτες δείχνουν ότι οι φυσικοθεραπευτές είναι σε θέση να βοηθήσουν στην παροχή καθοδήγησης σχετικά με την κατάλληλη άσκηση. Η άσκηση αντίστασης έχει ισχυρότερο οστεογενές αποτέλεσμα και για να είναι αποτελεσματική το μηχανικό της φορτίο πρέπει να υπερβαίνει εκείνο των δραστηριοτήτων της καθημερινής ζωής.  

    Σύνθεση σώματος 

    Στη μετεμμηνοπαυσιακή περίοδο οι γυναίκες συχνά αυξάνουν το κεντρικό κοιλιακό λίπος, μειώνουν τις ενεργειακές δαπάνες & τον ρυθμό μεταβολισμού. Τα τακτικά προγράμματα προσωποποιημένης άσκησης συνεισφέρουν στην αύξηση του μεταβολικού ρυθμού και της ενεργειακής δαπάνης, προωθώντας την απώλεια κοιλιακών λιπών.

    Καρδιαγγειακές παθήσεις,

    Οι οδηγίες έγκριτων διεθνών οργανισμών αναγνωρίζουν την μετεμμηνοπαυσιακή κατάσταση ως παράγοντα κινδύνου για καρδιοαγγειακές διαταραχές. Εξειδικευμένα προγράμματα αερόβιας άσκησης μπορούν να βελτιώσουν την καρδιοαναπνευστική αντοχή και να μειώσουν τον καρδιοαγγειακό κίνδυνο

    Ισορροπία 

    Η ανεπάρκεια οιστρογόνων έχει συνδεθεί με μειωμένη ισορροπία σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες. Το «Otago Exercise Program ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα ασκήσεων που δημιουργήθηκε μετά από έρευνες της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Otago της Νέας Ζηλανδίας, βοηθάει στην πρόληψη πτώσεων, μέσω της ενδυνάμωσης και της βελτίωσης της ισορροπίας.

    Η φυσικοθεραπεία στην βελτίωση της ποιότητας ζωής των εμμηνοπαυσιακών γυναικών είναι ευρέως χρησιμοποιούμενη παγκοσμίως.Στην Ελλάδα είναι ακόμα ένας ανεκμετάλλευτος πόρος. Ας την εκμεταλλευτούμε.

    Επιμέλεια: Νεκταρία Καρακώστα, Δημοσιογράφος Υγείας

  • 10 παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο για καρκίνο του προστάτη

    10 παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο για καρκίνο του προστάτη

    Ο καρκίνος του προστάτη είναι η πιο συχνή κακοήθης νόσος στους άνδρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, περισσότεροι από 365.000 μαθαίνουν κάθε χρόνο ότι πάσχουν από αυτόν, ενώ 77.000 χάνουν ετησίως τη ζωή τους εξαιτίας του, συνήθως έπειτα από πολυετή νόσο.

    Ο αριθμός των κρουσμάτων και των θανάτων παρουσιάζει μεγάλη διακύμανση από χώρα σε χώρα. Στην Ελλάδα, η Επιτροπή υπολογίζει ότι διαγιγνώσκονται ετησίως περισσότεροι από 3.400 κρούσματα, ενώ οι θάνατοι υπερβαίνουν τους 1.700.

    Παρ’ όλα αυτά, ο καρκίνος του προστάτη είναι ένας από τους καρκίνους με τις καλύτερες προγνώσεις. Περισσότεροι από οκτώ στους δέκα πάσχοντες στην Ευρώπη (το 83%) ζουν από πέντε χρόνια και πάνω μετά τη διάγνωση.

    Αν και κανείς δεν γνωρίζει την ακριβή αιτία του, η ιατρική έρευνα έχει αποκαλύψει αρκετούς παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο εκδήλωσής του. «Τους παράγοντες αυτούς όλοι οι άνδρες πρέπει να τους γνωρίζουν, ώστε να αρχίζουν εγκαίρως τον απαιτούμενο προληπτικό έλεγχο», λέει ο Χειρουργός- Ουρολόγος Δρ Ηρακλής Πούλιας, τ. πρόεδρος της Ελληνικής Ουρολογικής Εταιρείας. «Όπως όλοι οι καρκίνοι, έτσι και αυτός του προστάτη αντιμετωπίζεται με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα όταν γίνεται αντιληπτός νωρίς».

    Από τους επιβεβαιωμένους παράγοντες κινδύνου οι πιο σημαντικοί είναι η ηλικία, η εθνικότητα, το οικογενειακό ιστορικό, ορισμένα γονίδια και το σωματικό βάρος. Ωστόσο υπάρχουν και άλλοι, μερικοί από τους οποίους είναι εντελώς απρόσμενοι, προσθέτει ο κ. Πούλιας.

    Η ηλικία είναι ο ισχυρότερος παράγοντας κινδύνου για την ανάπτυξη καρκίνου του προστάτη. Ο καρκίνος του προστάτη είναι σπάνιος στους άνδρες ηλικίας κάτω των 40 ετών. Συνήθως αρχίζει να αναπτύσσεται μετά τα 50 έτη (γι’ αυτό και συνιστάται τακτική μέτρηση του PSA στο αίμα και δακτυλική εξέταση προστάτη) και εκδηλώνεται μετά την ηλικία των 65 ετών. Στην πραγματικότητα, περισσότερο από το 80% των κρουσμάτων του εκδηλώνονται σε άνδρες που έχουν περάσει τα 65 τους χρόνια.

    Η φυλή και η εθνικότητα επίσης αποτελούν επιβαρυντικούς παράγοντες. Για λόγους που παραμένουν άγνωστοι, ο καρκίνος του προστάτη αναπτύσσεται συχνότερα στους Αμερικανούς αφρικανικής καταγωγής και στους άνδρες της Καραϊβικής με την ίδια καταγωγή, αλλά λιγότερο συχνά στους Ασιάτες και τους ισπανόφωνους. Είναι επίσης πιο συχνός στη Βόρεια Αμερική, τη Βορειοδυτική Ευρώπη, την Αυστραλία και την Καραϊβική. Ο καρκίνος παρουσιάζει επίσης αυξητικές τάσεις στους Ασιάτες που ζουν σε αστικές περιοχές της Δύσης.

    Στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων, ο καρκίνος του προστάτη εμφανίζεται σε άνδρες χωρίς οικογενειακό ιστορικό της νόσου. Όταν όμως υπάρχει τέτοιο ιστορικό, ο κίνδυνος που διατρέχει ο άνδρας διπλασιάζεται. Ωστόσο ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος για τους άνδρες των οποίων αρρωσταίνει ο αδελφός, παρά ο πατέρας, καθώς και για τους άνδρες με πολλούς άρρενες συγγενείς (και από τους δύο γονείς)  που έπασχαν από τη νόσο.

    Ο οικογενής καρκίνος του προστάτη, όπως αποκαλείται, υπολογίζεται ότι αντιπροσωπεύει το 20% των περιπτώσεων της νόσου. Η αιτία του πιστεύεται ότι είναι συνδυασμός κοινών γονιδίων και περιβαλλοντικών παραγόντων.

    Υπάρχει, όμως, ένα 5% των περιπτώσεων όπου ο καρκίνος του προστάτη είναι κληρονομικός. Αυτό σημαίνει ότι ο άνδρας έχει κληρονομήσει συγκεκριμένες γενετικές μεταλλάξεις που τον θέτουν σε κίνδυνο. «Υπόνοιες για κληρονομικότητα στον καρκίνο του προστάτη εγείρονται όταν ένας άνδρας έχει τρεις ή περισσότερους συγγενείς πρώτου βαθμού (πατέρα, αδελφό ή/και γιο) ηλικίας άνω των 60 ετών με καρκίνο του προστάτη», εξηγεί ο κ. Πούλιας. «Εγείρονται επίσης όταν ο καρκίνος του προστάτη ανιχνεύεται πριν από τα 55 έτη σε τουλάχιστον δύο στενούς συγγενείς (π.χ. πατέρα, αδελφό, γιο, παππού, θείο, ανιψιό) από την ίδια πλευρά της οικογένειας. Μία άλλη περίπτωση, είναι να ανιχνευθεί ο καρκίνος του προστάτη σε τρεις γενιές ανδρών, από την ίδια πλευρά της οικογένειας. Σε σπάνιες περιπτώσεις, εξ άλλου, εγείρονται υπόνοιες κληρονομικότητας όταν στην ίδια οικογένεια υπάρχουν κρούσματα από ορισμένες μορφές καρκίνου που “μοιράζονται” κοινά γονίδια. Όταν, π.χ., υπάρχουν κρούσματα καρκίνου του μαστού, των ωοθηκών και του προστάτη, η αιτία μπορεί να είναι τα γονίδια BRCA1 και BRCA2. Μπορεί ακόμα να υπάρχει μια σπάνια, κληρονομική μορφή καρκίνου του παχέος εντέρου (σύνδρομο Lynch) που προκαλεί καρκίνο και σε άλλα όργανα, συμπεριλαμβανομένου του προστάτη».

    Στις περιπτώσεις κληρονομικότητας ο κίνδυνος να εκδηλωθεί καρκίνος του προστάτη αυξάνεται κατ’ αναλογία με τον αριθμό των στενών συγγενών που πάσχουν από αυτόν. Με ένα και μόνο συγγενή πρώτου βαθμού, π.χ., ο κίνδυνος διπλασιάζεται έως τριπλασιάζεται.

    Η παχυσαρκία επίσης φαίνεται πως συσχετίζεται με τον καρκίνο του προστάτη, αλλά με ιδιαίτερο τρόπο. «Οι έως τώρα μελέτες δείχνουν ότι οι παχύσαρκοι άνδρες έχουν λιγότερες πιθανότητες να αναπτύξουν χαμηλής κακοήθειας νόσο, αλλά περισσότερες να εκδηλώσουν επιθετικό καρκίνο του προστάτη», εξηγεί ο κ. Πούλιας. «Έχουν επίσης περισσότερες πιθανότητες να διαγνωστούν με προχωρημένο καρκίνο του προστάτη, ο οποίος έχει δυσμενέστερη πρόγνωση από τις αρχικές μορφές της νόσου. Επιπλέον, η ανάρρωσή τους από την εγχείρηση αφαίρεσης του κακοήθους όγκου συχνά διαρκεί περισσότερο και είναι πιο δύσκολη, ενώ μπορεί να διατρέχουν και αυξημένο κίνδυνο θανάτου από τη νόσο».

    Υπάρχουν επίσης διάφοροι παράγοντες του τρόπου ζωής που φαίνεται ότι συμβάλλουν στην ανάπτυξη του συγκεκριμένου καρκίνου. Η φτωχή σε λαχανικά διατροφή έχει συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο επιθετικού καρκίνου του προστάτη. Το ίδιο και η υπερβολική κατανάλωση γαλακτοκομικών προϊόντων.

    Αντίστοιχα, το κάπνισμα μπορεί να αποτελεί συμβάλλοντα παράγοντα στον επιθετικό καρκίνο του προστάτη, ενώ η έκθεση σε τοξικά χημικά στην εργασία επίσης αυξάνει τον κίνδυνο αυτό. Μελέτες, π.χ., έχουν δείξει ότι οι πυροσβέστες εκτίθενται σε τέτοιου είδους τοξικά χημικά, που είναι ένα μίγμα καπνού, τοξικών αερίων και ενώσεων που σχηματίζονται λόγω των υψηλών θερμοκρασιών. Ο κίνδυνος αυτός είναι ιδιαιτέρως υψηλός όταν δεν φορούν αναπνευστικές συσκευές, όταν μάχονται με τις φλόγες.

    Το ύψος επίσης μπορεί να είναι ένας παράγοντας κινδύνου, αλλά με εντελώς διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι όλοι οι άλλοι. «Μελέτες έχουν δείξει πως όσο αυξάνεται το ύψος του άνδρα, τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες επιθετικού καρκίνου του προστάτη», εξηγεί ο κ. Πούλιας. «Φυσικά δεν ευθύνεται το ύψος καθαυτό για τον συγκεκριμένο κίνδυνο, αλλά οι παράγοντες που καθορίζουν το ύψος μας. Είναι καλά γνωστό πως στους παράγοντες αυτούς συμπεριλαμβάνονται γονίδια, το επίπεδο της έκθεσης σε ορμόνες στη διάρκεια της εμβρυϊκής ζωής και η διατροφή κατά την παιδική ηλικία. Το ερώτημα που προσπαθούν τώρα να απαντήσουν οι επιστήμονες είναι ποιος από αυτούς τους παράγοντες σχετίζεται και με τον καρκίνο του προστάτη».

    Τι σημαίνουν πρακτικά όλ’ αυτά για τους άνδρες; «Υπάρχουν παράγοντες κινδύνου που μπορούμε να επηρεάσουμε και άλλοι που βρίσκονται πέρα από τις δυνατότητές μας», απαντά ο κ. Πούλιας. «Για την ηλικία, την καταγωγή, την οικογένεια ή το ύψος μας, π.χ., δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι. Επομένως αυτό που μένει είναι να προσπαθούν οι άνδρες να διατηρούν φυσιολογικό το σωματικό βάρος τους, να τρέφονται υγιεινά και να αποφεύγουν την έκθεση στον καπνό των τσιγάρων ή σε χημικά. Τέλος, μετά τα 50 (ή μετά τα 40, αν έχουν οικογενειακό ιστορικό) πρέπει να κάνουν τακτικό τσεκ απ. Ο ουρολόγος ιατρός θα τους κατευθύνει για το πόσο συχνά πρέπει να εξετάζονται».

    Επιμέλεια: Νεκταρία Καρακώστα, Δημοσιογράφος Υγείας

  • Τα γυαλιά προστατεύουν από τον COVID-19

    Τα γυαλιά προστατεύουν από τον COVID-19

    Στο νοσοκομειακό περιβάλλον, τα μέτρα ατομικής προστασίας κατά την εξέταση ασθενούς με υψηλή υποψία COVID-19 ή επιβεβαιωμένου κρούσματος περιλαμβάνουν μεταξύ των άλλων και τη χρήση προστατευτικών γυαλιών. Οι Ιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, Ιωάννης Ντάνασης και Θάνος Δημόπουλος (Πρύτανης ΕΚΠΑ, https://mdimop.gr/covid19/) συνοψίζουν τα αποτελέσματα πρόσφατης μελέτης που διερεύνησε τη συσχέτιση μεταξύ της χρήσης γυαλιών και του κινδύνου λοίμωξης COVID-19 (Zeng W et al. Association of Daily Wear of Eyeglasses With Susceptibility to Coronavirus Disease 2019 Infection. JAMA Ophthalmol. Published online September 16, 2020. doi:10.1001/jamaophthalmol.2020.3906).

    Στη μελέτη παρατήρησης συμπεριελήφθησαν 276 ασθενείς με COVID-19 που νοσηλεύτηκαν στο νοσοκομείο Suizhou Zengdu στην επαρχία Suizhou στην Κίνα κατά το χρονικό διάστημα από 27 Ιανουαρίου έως 13 Μαρτίου 2020. 155 ήταν άνδρες και η διάμεση ηλικία ήταν τα 51 έτη (εύρος 41-58 έτη). 16 από τους 276 ασθενείς (5.8%) φόραγαν γυαλιά  για πάνω από 8 ώρες την ημέρα και όλοι είχαν μυωπία. Αντίστοιχα, το ποσοστό των πολιτών με μυωπία στην επαρχία Hubeiσύμφωνα με προηγούμενες μελέτες ήταν 31.5%, το οποίο ήταν αρκετά υψηλότερο από το ποσοστό των ασθενών με COVID-19 και μυωπία στον πληθυσμό της μελέτης.

    Συμπερασματικά, η παρούσα μελέτη παρέχει έμμεσες ενδείξεις ότι η χρήση γυαλιών για πάνω από 8 ώρες την ημέρα στο γενικό πληθυσμό μπορεί να προστατεύει από τη μετάδοση της λοίμωξης COVID-19. 

    Επιμέλεια: Νεκταρία Καρακώστα, Δημοσιογράφος Υγείας

  • Μηνιγγίτιδα Β- 75% των γονέων αγνοούν ότι είναι ο πιο συχνός τύπος μηνιγγίτιδας

    Μηνιγγίτιδα Β- 75% των γονέων αγνοούν ότι είναι ο πιο συχνός τύπος μηνιγγίτιδας

    Η GSK ξεκινά στην Ελλάδα μια νέα παγκόσμια εκστρατεία ενημέρωσης του κοινού για την Μηνιγγιτιδοκοκκική Νόσο τύπου Β. Σκοπός της εκστρατείας είναι η ευαισθητοποίηση των γονέων αναφορικά με την μηνιγγίτιδα Β, μια σπάνια αλλά με σοβαρές επιπλοκές και δυνητικά θανατηφόρο νόσο, ούτως ώστε να συμβουλευτούν τον Παιδίατρό τους για το πώς μπορούν να προστατέψουν τα παιδιά τους.

    Η εκστρατεία έχει τίτλο «Missing B» και έρχεται να καλύψει το κενό στην ενημέρωση των γονέων αναφορικά με τη ύπαρξη διαφορετικών τύπων μηνιγγίτιδας και ειδικά του τύπου Β, στον οποίο οφείλεται το 90% των κρουσμάτων. Πράγματι, βάσει ευρημάτων έρευνας αγοράς, 3 στους 4 γονείς δεν γνωρίζουν ότι ο τύπος Β είναι ο πιο συχνός τύπος μηνιγγίτιδας και ο εμβολιασμός έναντι των άλλων τύπων (A, C, W, και Υ) δεν προστατεύει από αυτόν.

    Η εκστρατεία προτρέπει τους γονείς να συμβουλευτούν τον Παιδίατρό τους για το πώς μπορούν να προστατέψουν τα παιδιά τους έναντι της μηνιγγίτιδας Β.

    Το κεντρικό πρόσωπο της εκστρατείας είναι ο Σάκης Ρουβάς, ένας καλλιτέχνης που διαχρονικά έχει επιδείξει υψηλή ευαισθησία σε θέματα που αφορούν στην υγεία των παιδιών και είναι και ο ίδιος πατέρας, ο οποίος αναμένεται να συμβάλλει με την παρουσία του στη διάχυση των μηνυμάτων της εκστρατείας και ευαισθητοποίηση των γονέων.

    Η Ιατρική Διευθύντρια της GSK, Σοφία Ευκλείδου, κατά την παρουσίαση της εκστρατείας, σχολίασε: «Στη GSK είμαστε υπερήφανοι για την έναρξη της εκστρατείας ενημέρωσης του κοινού για την Μηνιγγιτιδοκοκκική Νόσο τύπου Β στην Ελλάδα, καθώς και στην χώρα μας οι γονείς φαίνεται να μην γνωρίζουν τις διαθέσιμες επιλογές πρόληψης της νόσου έναντι διαφορετικών τύπων μηνιγγίτιδας. Ευελπιστούμε ότι η εν λόγω εκστρατεία θα  συμβάλλει στην ευαισθητοποίηση των γονέων, παρακινώντας τους να συμβουλευτούν τον παιδίατρό τους αναφορικά με τις συνέπειες της νόσου και τον τρόπο προστασίας των παιδιών τους».

    Επιπρόσθετα, ο Σάκης Ρουβάς, ανέφερε σχετικά: «Με μεγάλη χαρά αποδέχτηκα την πρόσκληση της GSK να αποτελέσω το κεντρικό πρόσωπο αυτής της εκστρατείας. Τα παιδιά αποτελούν το μέλλον της κοινωνίας μας και εμείς ως γονείς οφείλουμε να τους παρέχουμε όλα τα δυνατά εφόδια, συμπεριλαμβανομένης της προστασίας έναντι σοβαρών νοσημάτων που μπορούν να προληφθούν. Ευελπιστώ ότι με την συμμετοχή μου θα συμβάλλω ενεργά στην ενημέρωση των γονέων για αυτή τη σοβαρή νόσο».

    Σχετικά με την έρευνα αγοράς που υποστήριξε την εκστρατεία:

    • Η έρευνα διεξήχθη σε 3.600 γονείς (ή κηδεμόνες) παιδιών ηλικίας 2 μηνών έως 23 ετών στις χώρες: Ελλάδα, Αυστραλία, Βραζιλία, Γερμανία, Ιταλία, Ισπανία, Ηνωμένο Βασίλειο και ΗΠΑ.
    • Για να μπορούν να συμμετάσχουν στην πλήρη έρευνα, οι γονείς έπρεπε να είναι από 18 έως 65 ετών και να έχουν αποκλειστική ή από κοινού ευθύνη για τη λήψη αποφάσεων σχετικά με τον εμβολιασμό του/των παιδιού/ών τους.
    • Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από τις 27 Μαρτίου έως τις 15 Απριλίου του 2019.
    • Η αναλογία συμμετοχής μεταξύ γυναικών και ανδρών, ορίστηκε υποχρεωτικά σε 70% και 30% αντίστοιχα σε κάθε χώρα.

    Σχετικά με τη μηνιγγιτιδοκοκκική νόσο 

    Η διηθητική μηνιγγιτιδοκοκκική νόσος (κοινώς γνωστή ως μηνιγγίτιδα) είναι η κύρια αιτία εμφάνισης απειλητικής για τη ζωή μηνιγγίτιδας στο μεγαλύτερο μέρος του ανεπτυγμένου κόσμου. Αν και είναι σπάνια, η μηνιγγίτιδα εξελίσσεται ραγδαία, συνήθως σε προηγουμένως υγιή παιδιά και εφήβους και μπορεί να προκαλέσει ισόβιες αναπηρίες ή και θάνατο. Τα αρχικά συμπτώματα συχνά μοιάζουν με αυτά της κοινής γρίπης, γεγονός που δυσχεραίνει τη διάγνωσή της. Σχεδόν 1στα 10 άτομα που θα προσβληθούν από τη νόσο θα χάσουν τη ζωή τους, ακόμα και αν λάβουν κατάλληλη θεραπεία. Επιπλέον, περίπου το 20% των ατόμων που επιβιώνουν, ενδέχεται να υποστούν σοβαρές αναπηρίες (ακρωτηριασμό, απώλεια ακοής ή εγκεφαλικές βλάβες).

    Τα συμπτώματα της μηνιγγίτιδας μπορούν να αναπτυχθούν γρήγορα. Τα πρώτα συμπτώματα είναι συνήθως πυρετός, έμετος, πονοκέφαλος και αίσθημα αδιαθεσίας. Πόνος στα άκρα, ωχρότητα του δέρματος και κρύα χέρια και πόδια εμφανίζονται πολλές φορές νωρίτερα από το αιμορραγικό εξάνθημα (το οποίο φαίνεται εάν ακουμπήσουμε πάνω ένα ποτήρι), τη δυσκαμψία του αυχένα, τη φωτοφοβία και τη σύγχυση.

    Επιμέλεια: Νεκταρία Καρακώστα, Δημοσιογράφος Υγείας

     


     

  • Μύκητες στα νύχια: Τι μπορεί να συμβεί αν μείνουν χωρίς θεραπεία;

    Μύκητες στα νύχια: Τι μπορεί να συμβεί αν μείνουν χωρίς θεραπεία;

    Παρότι υπάρχουν πολύ σοβαρότερες παθήσεις από την ονυχομυκητίαση και αρκετοί τη θεωρούν ασήμαντη για να ασχοληθούν με τη θεραπεία της, η αδιαφορία τους αυτή μπορεί έχει σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία των νυχιών, και όχι μόνο.

    «Στα κλειστά παπούτσια, που ήδη φοράμε τώρα που ψύχρανε ο καιρός, δημιουργούνται οι ιδανικές συνθήκες για την ανάπτυξη και εξάπλωση του μύκητα. Οπότε όσοι έχουν κολλήσει κάποιον, μετά από λίγο καιρό θα δουν το προσβεβλημένο νύχι τους να αλλάζει εμφάνιση. Έχει παρατηρηθεί ότι επειδή η λοίμωξη δεν προκαλεί συνήθως πόνο, αρκετοί αδιαφορούν για τη θεραπεία της. Η επιλογή όμως αυτή μπορεί να τους φέρνει αντιμέτωπους με δυσάρεστες επιπλοκές», επισημαίνει ο Δερματολόγος- Αφροδισιολόγος Δρ Χρήστος Στάμου.

    Η ονυχομυκητίαση είναι μια συχνή πάθηση που επηρεάζει το 3% έως 5% του πληθυσμού. Περίπου το 50% των ασθενών που εξετάζονται από δερματολόγους για προβλήματα των νυχιών πάσχουν από αυτήν.

    Προκαλείται από μικροσκοπικούς οργανισμούς, που εισέρχονται στο νύχι μέσω κάποιας σχισμής. Τα συνηθέστερα δερματόφυτα (όπως ονομάζονται αυτοί οι μικροοργανισμοί) που ενοχοποιούνται είναι τα  Trichophyton rubrum, Trichophyton mentagrophytes και Candida albicans, τα οποία μπορεί να προσβάλουν τη ρίζα των νυχιών, την κοίτη (δηλαδή το δέρμα που βρίσκεται κάτω από το νύχι) ή τη μήτρα. Ενδείξεις της λοίμωξης είναι η αλλαγή στο χρώμα (κιτρίνισμα ή άσπρισμα) ή στη συνοχή (συχνά το νύχι σχίζεται, θρυμματίζεται ή διαχωρίζεται από την κοίτη του). Μπορεί να εμφανιστούν λευκές κηλίδες ή να γίνει παχύτερο. Συνήθως, ξεκινά ως μια μικρή αποχρωματισμένη περιοχή η οποία μεγαλώνει καθώς ο μύκητας εξαπλώνεται. Μπορεί επίσης να υπάρξει συσσώρευση υλικού κάτω από το νύχι και πιθανώς δυσάρεστη οσμή.

    «Όσο το νύχι παραμένει χωρίς θεραπεία τόσο πιο πιθανό είναι να παραμορφωθεί και να αρχίσει να προκαλεί πόνο στον πάσχοντα, ο οποίος τελικά φτάνει στο σημείο να δυσκολεύεται να περπατήσει όταν φοράει παπούτσια. Φυσικά αυτή δεν είναι η μόνη επιπλοκή. Ο μύκητας μπορεί να εξαπλωθεί τόσο στο γύρω δέρμα, ιδιαίτερα όταν τα πόδια παραμένουν επί πολλές ώρες κλεισμένα σε παπούτσια, όσο και σε άλλα μέρη του σώματος, όπως τα χέρια και τη βουβωνική χώρα. Όσοι δε πάσχουν από διαβήτη, ή άλλες παθήσεις που καταστέλλουν το ανοσοποιητικό σύστημα κινδυνεύουν διπλά.

    Η διάγνωση της ονυχομυκητίασης γίνεται με κλινικό έλεγχο και μικροσκοπική εξέταση. Κατόπιν απαιτείται καλλιέργεια για την ταυτοποίηση του μύκητα ώστε να δοθεί η ανάλογη θεραπεία στον ασθενή.

    Επειδή οι μύκητες ζουν βαθιά κάτω από το νύχι και όχι στην επιφάνειά του, είναι δύσκολο να εκριζωθούν (απαιτούν συχνά εντατική θεραπεία 3-6 μηνών) και οι υποτροπές είναι συχνές. Οι τοπικοί αντιμυκητιασικοί παράγοντες που χρησιμοποιούνται είναι πολλές φορές αναποτελεσματικοί επειδή δεν μπορούν να διεισδύσουν στην πλάκα των νυχιών. Συχνά συστήνεται ο συνδυασμός τους με θεραπεία που λαμβάνεται από το στόμα. Οι από του στόματος αντιμυκητιασικοί παράγοντες, όμως, μπορούν να προκαλέσουν ανεπιθύμητες ενέργειες, λόγω του αυξημένου κινδύνου ηπατικής και νεφρικής τοξικότητας που υπάρχει, καθώς και λόγω των τυχόν αλληλεπιδράσεων με άλλα φάρμακα που λαμβάνει ο ασθενής. Η χειρουργική αφαίρεση του προσβεβλημένου νυχιού είναι το επόμενο βήμα, για περιπτώσεις που είναι ανθεκτικές σε αντιμυκητιασικά φάρμακα αν και πρόκειται για μια επίπονη διαδικασία με χρόνο αποθεραπείας αρκετών ημερών. Ο συνδυασμός των τοπικών αντιμυκητιασικών θεραπειών με χειρουργική αφαίρεση ή χημική διάλυση της πλάκας των νυχιών μπορεί να είναι πιο αποτελεσματικός.

    «Τα τελευταία χρόνια έχουν μπει στη μάχη κατά των ονυχομυκητιάσεων και τα λέιζερ. Τα δύο εξειδικευμένα Laser με στοχευμένη δράση είναι τα Nd:Yag και Fractional Co2. Σε σύγκριση με τις τοπικές και από του στόματος θεραπείες, η θεραπεία με λέιζερ αποτελεί την ασφαλέστερη και πιο αποτελεσματική επιλογή για τη θεραπεία της πάθησης σε διαβητικούς, ηλικιωμένους ασθενείς με δυσανεξία στα φάρμακα και σε ασθενείς με ηπατική και νεφρική νόσο. Μελέτες έχουν δείξει ότι προκαλούν λιγότερες παρενέργειες, όπως βλάβη στο ήπαρ και στους νεφρούς ή γαστρεντερικές αντιδράσεις. Η θεραπεία με λέιζερ φαίνεται να είναι πιο κατάλληλη και για ορισμένες άλλες υποομάδες πληθυσμού, όπως τα παιδιά και οι έγκυες γυναίκες. Η θεραπεία είναι ανώδυνη και ο ασθενής επιστρέφει άμεσα στις δραστηριότητες του. Ο αριθμός των συνεδριών που χρειάζεται είναι συνήθως 3 και γίνονται ανά ένα διάστημα 4-6 εβδομάδων. Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα της θεραπείας αυτής εξαρτάται και από την γενική  κατάσταση της υγείας του ασθενούς και από τη σωστή σχεδίαση και ολοκλήρωση της θεραπείας από τον θεράποντα ιατρό», καταλήγει ο δρ Χρήστος Στάμου.

     

     


    Η Health Editor Προτείνει:

  • Ο απαραίτητος έλεγχος για τα παιδιά που αθλούνται

    Ο απαραίτητος έλεγχος για τα παιδιά που αθλούνται

    Γράφει ο Γιάννης Αρναούτης MSc, PhD, Επιστημονικός Υπεύθυνος Εργομετρικού Διατροφολογικού Kέντρου, Όμιλος ΒΙΟΙΑΤΡΙΚΗ 

    Oι πιθανές μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της καραντίνας στην πνευματική, κοινωνική και συναισθηματική εξέλιξη των παιδιών μπορούν και πρέπει να προληφθούν μέσω της φυσικής δραστηριότητας. H σωματική άσκηση και η συμμετοχή σε αθλητικές δραστηριότητες συμβάλλουν στην κοινωνική και συναισθηματική ολοκλήρωση των παιδιών, ενώ ενισχύουν τη σωματική και ψυχική τους υγεία.

    Τα αθλήματα έχουν προδιαγραφές, απαιτήσεις και κανονισμούς, γι’ αυτό και συστήνεται ευρύς έλεγχος δεικτών υγείας προκειμένου οι γονείς να διασφαλίσουν την καλή υγεία, την σωστή ανάπτυξη και την βέλτιστη αθλητική απόδοση των παιδιών τους.  

    Ο έλεγχος ξεκινά από την βασική παιδιατρική εξέταση η οποία γίνεται με στόχο την εκτίμηση του σταδίου ανάπτυξης του παιδικού οργανισμού. 

    Για κάθε παιδί που ασχολείται ή σκοπεύει να ασχοληθεί με τον αθλητισμό, πολύ περισσότερο εάν προπονείται σε επίπεδο πρωταθλητισμού, είναι σημαντικό να πραγματοποιείται ένας ετήσιος εξειδικευμένος καρδιολογικός έλεγχος. Ο συγκεκριμένος έλεγχος θα πρέπει να περιλαμβάνει triplex, ηλεκτροκαρδιογράφημα και ειδική καρδιολογική εξέταση.

    Μια γενική εξέταση αίματος και ένας πλήρης βιοχημικός έλεγχος επίσης προσφέρουν επιπρόσθετες σημαντικές πληροφορίες.  Για τα παιδιά δε, που ασχολούνται με αθλήματα του υγρού στίβου, η εξέταση από δερματολόγοείναι υποχρεωτική.

    Πέραν του ολοκληρωμένου ιατρικού check-up, αξίζει να υπογραμμισθεί και ο καίριος ρόλος του διατροφολόγουστην εξέλιξη ενός παιδιού – αθλητή. Είναι γνωστό ότι ο άνθρωπος σε καμία άλλη φάση της ζωής του δεν αλλάζει με τόσο ταχείς ρυθμούς όπως συμβαίνει στην παιδική και εφηβική ηλικία όπου υπάρχει «έκρηξη» ανάπτυξης.

    Οι διατροφικές ανάγκες των παιδιών είναι ιδιαίτερα αυξημένες και γίνονται ακόμη πιο απαιτητικές με τη συμμετοχή σε αθλητικές δραστηριότητες. Ο διατροφολόγος, λοιπόν, καλείται να προσδιορίσει τις εξατομικευμένες διατροφικές ανάγκες βάσει ηλικίας, ρυθμού ανάπτυξης και αθλήματος, και εν συνεχεία να καταρτίσει ένα ολοκληρωμένο διατροφικό πλάνο το οποίο να καλύπτει τις αναπτυξιακές ανάγκες και τις ενισχυμένες ενεργειακές απαιτήσεις ενός ασκούμενου παιδιού.

  • Αεροπορικό ταξίδι- Πώς αποτρέπεται η μετάδοση του SARS-CoV-2;

    Αεροπορικό ταξίδι- Πώς αποτρέπεται η μετάδοση του SARS-CoV-2;

    Οι Ιατροί της Ιατρικής Σχολής της Θεραπευτικής Κλινικής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών Θεοδώρα Ψαλτοπούλου,  Ιωάννης Ντάνασης, Μαρία Γαβριατοπούλου και Θάνος Δημόπουλος (Πρύτανης ΕΚΠΑ) συνοψίζουν τις συστάσεις για ασφαλή αεροπορικά ταξίδια κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19 που δημοσιεύτηκαν στο έγκριτο επιστημονικό περιοδικό JAMA την 1η Οκτωβρίου 2020 από τους RuiPombal (Ιατρικός Σύλλογος Αεροπορικής Ιατρικής – Βιρτζίνια ΗΠΑ), Ian Hosegood (Διεθνής Ιατρικός Σύλλογος Αεροπορικής Ιατρικής – Βιρτζίνια ΗΠΑ) και David Powell (Διεθνής Σύλλογος Αερομεταφορών – Γενεύη Ελβετίας) (R Pombal et al. Risk of COVID-19 during air travel. JAMA. October 1, 2020. doi: 10.1001/jama.2020.19108).

    Πόσο καθαρός είναι ο αέρας που κυκλοφορεί στην καμπίνα των αεροπλάνων; 

    Ο αέρας εισέρχεται στην καμπίνα από τις εναέριες εισόδους στο άνω μέρος της καμπίνας και ρέει προς τα κάτω προς τις εξόδους αέρα του δαπέδου. Ο αέρας εισέρχεται και εξέρχεται από την καμπίνα στην ίδια σειρά καθισμάτων ή σε κοντινές σειρές. Υπάρχει σχετικά μικρή ροή αέρα προς τα εμπρός και προς τα πίσω μεταξύ διαφορετικών σειρών, καθιστώντας λιγότερο πιθανή τη μετάδοση αναπνευστικών σωματιδίων μεταξύ διαφορετικών σειρών.

    Η ροή αέρα στα αεροσκάφη είναι πολύ ταχύτερη από τα κανονικά εσωτερικά κτίρια. Το 50% αποτελείται από καθαρό αέρα από το εξωτερικό του αεροσκάφους, ενώ το άλλο 50% ανακυκλώνεται μέσω φίλτρων HEPA του ίδιου τύπου που χρησιμοποιείται και στα χειρουργεία.

    Ένας άλλος παράγοντας κινδύνου κατά τη διάρκεια των αεροπορικών πτήσεων είναι η επαφή με άλλους επιβάτες που ενδέχεται να είναι μολυσματικοί. Οι πλάτες των καθισμάτων παρέχουν ένα φυσικό εμπόδιο, τουλάχιστον εν μέρει, και οι περισσότεροι άνθρωποι παραμένουν σχετικά ακίνητοι, με μικρή επαφή πρόσωπο με πρόσωπο.

    Παρά τον σημαντικό αριθμό ταξιδιωτών, ο αριθμός των ύποπτων και επιβεβαιωμένων περιπτώσεων μετάδοσης COVID-19 κατά τη διάρκεια πτήσης μεταξύ επιβατών σε όλο τον κόσμο φαίνεται μικρός, καθώς έχουν καταγραφεί περίπου 42 συνολικά. Ο κίνδυνος μπορεί να μειωθεί περαιτέρω με μάσκες και καλύμματα προσώπου, όπως και στις υπόλοιπες καταστάσεις όπου η φυσική απόσταση δεν είναι δυνατό να διατηρηθεί. 

    Μέτρα αποτροπής της μετάδοσης SARSCoV-2 από τα αεροδρόμια και τις αεροπορικές εταιρείες 

    Τα μέτρα που λαμβάνονται σε αεροδρόμια και αεροπλάνα μπορούν να περιλαμβάνουν έλεγχο θερμοκρασίας ή / και έλεγχο για συμπτώματα (πυρετός, απώλεια οσμής-γεύσης, ρίγος, βήχας, δύσπνοια), βελτίωση καθαρισμού και απολύμανσης, εφαρμογή ανέπαφης διαδικασίας επιβίβασης και διαχείρισης αποσκευών, χρήση φυσικών φραγμών και προϊόντων υγιεινής στα αεροδρόμια, αυστηρή τήρηση της φυσικής απόστασης κατά τη μετακίνηση εντός των αεροδρομίων και κατά την επιβίβαση, χρήση καλυμμάτων προσώπου ή μάσκας από όλους, διαχωρισμός μεταξύ των επιβατών όταν είναι εφικτό, προσαρμογή στις υπηρεσίες τροφίμων και ποτών για τη μείωση της φυσικής επαφής, έλεγχος της πρόσβασης σε διαδρόμους και μπάνια για ελαχιστοποίηση της επαφής, περιορισμός της έκθεσης των μελών του πληρώματος σε λοίμωξη, και διαμόρφωση συγκεκριμένου πρωτοκόλλου ανίχνευσης επαφών σε περίπτωση που ένας επιβάτης εμφανίσει λοίμωξη.

    Πρόσθετα βήματα που μελετώνται είναι η πραγματοποίηση ελέγχων PCR για SARS-CoV-2 πριν την πτήση και οι περαιτέρω προσαρμογές με βάση τα κατά τόπους μέτρα δημόσιας υγείας για την αποφυγή της μετάδοσης της COVID-19 λοίμωξης.

    Μέτρα αποτροπής της μετάδοσης SARSCoV-2 από τους επιβάτες 

    Φορέστε μάσκα σε όλους τους χώρους, μην ταξιδεύετε εάν αισθάνεστε αδιαθεσία και περιορίστε τις αποσκευές. Κρατήστε απόσταση από τους άλλους όπου είναι δυνατόν. Αναφέρετε στο προσωπικό εάν έχετε συμπτώματα λοίμωξης ή δεν αισθάνεστε καλά. Εάν υπάρχει ακροφύσιο αέρα πάνω από το κάθισμά σας εντός της καμπίνας, ρυθμίστε το ώστε ο αέρας να κατευθύνεται ευθεία στο κεφάλι σας ή κρατήστε το εντελώς κλειστό, ανάλογα με τις οδηγίες της αεροπορικής εταιρείας. Παραμείνετε συνεχώς καθισμένοι αν είναι δυνατόν και ακολουθήστε τις οδηγίες του πληρώματος. Πλύνετε ή καθαρίζετε συχνά τα χέρια σας και αποφεύγετε να αγγίζετε το πρόσωπό σας.

    Συμπερασματικά, εφόσον λαμβάνονται όλα τα απαραίτητα μέτρα, ο κίνδυνος λοίμωξης COVID-19 κατά τη διάρκεια αεροπορικών ταξιδίων είναι μικρότερος συγκριτικά με τους χώρους εργασίας, τις σχολικές τάξεις, τα σουπερμάρκετ και τα τρένα.

  • Όλα όσα πρέπει να ξέρετε για τα rapid test

    Όλα όσα πρέπει να ξέρετε για τα rapid test

    H ανάπτυξη γρήγορων test αναμφίβολα επιτρέπει την σημαντική μείωση του χρόνου λήψης αποφάσεων για προληπτικά μέτρα αντιμετώπισης της πανδημίας. Σήμερα διατίθεται εμπορικά μία πληθώρα γρήγορων τεστ, τα οποία βασίζονται είτε σε μοριακή ανίχνευση του ιού, ή σε ανίχνευση αντισωμάτων έναντι του ιού, ή ακόμη και στην ανίχνευση αντιγόνων του ιού. Τα τεστ αυτά λόγω της σημαντικής μείωσης του χρόνου ανάλυσης δίνουν τη δυνατότητα μεγάλης αύξησης του αριθμού των εξεταζόμενων δειγμάτων. Γι’ αυτό το λόγο ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) θεωρεί την ανάπτυξή τους σημαντική προτεραιότητα για την αντιμετώπιση της Πανδημίας. Η εφαρμογή γρήγορων τεστ είναι πολύ σημαντική στα Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών, καθώς μπορούν να μειώσουν το φόρτο αναλύσεων του κεντρικού εργαστηρίου. Αλλά είναι προφανής η σημασία των τεστ αυτών για γρήγορο έλεγχο σε χώρους εκτός Νοσοκομείων, όπως σχολεία, γηροκομεία, πύλες εισόδου, και κλειστές δομές. Σήμερα έχουν αναπτυχθεί με βάση επίσημα στοιχεία, περισσότερα από 90 γρήγορα τεστ.

    Ως παράδειγμα μπορούμε να αναφέρουμε ένα γρήγορο μοριακού τύπου τεστ που αναπτύχθηκε στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Το τεστ αυτό  εγκρίθηκε πρόσφατα από το FDA και δίνει απάντηση σε 30 μόλις λεπτά, με πολύ καλή ευαισθησία που δίνει τη δυνατότητα εξέτασης των ασθενών ακόμη και σε πρώιμα στάδια της λοίμωξης. Το σημαντικό είναι ότι στο τεστ γίνεται άμεση ενίσχυση του RNA του ιού από το δείγμα χωρίς ειδικό στάδιο απομόνωσης, και το κυριότερο τα αποτελέσματα μπορούν να γίνουν αντιληπτά δια γυμνού οφθαλμού, χωρίς τη χρήση ειδικού εξοπλισμού, άρα η εφαρμογή του μπορεί να είναι ευρύτατη και προσιτή σε μεγάλο φάσμα ειδικών και νοσηλευτών. Πρόσφατα αναπτύχθηκε επίσης στο Imperial College ένα αξιόπιστο γρήγορο μοριακό τεστ το οποίο δεν απαιτεί εργαστηριακό εξοπλισμό ούτε προκατεργασία του δείγματος. Η διαγνωστική του ευαισθησία σε σύγκριση με εργαστηριακό τεστ είναι 94% και η ειδικότητα 100%.

    Παράλληλα με τα γρήγορα τεστ που βασίζονται σε μοριακή ανάλυση του ιού έχουν αναπτυχθεί και γρήγορα ορολογικά τεστ. Τα τεστ αυτά βασίζονται στον έλεγχο παρουσίας αντισωμάτων, με ανοσοχρωματογραφικές τεχνικές οι οποίες δεν απαιτούν χρήση ειδικού εξοπλισμού. Επίσης έχουν αναπτυχθεί και τεστ ανίχνευσης αντιγόνων του ιού. Τα τεστ αυτά βασίζονται σε χρήση ειδικών αντισωμάτων που είναι επισημασμένα με σωματίδια χρυσού, τα οποία κινούνται σε μεμβράνες νιτροκυτταρίνης με βάση τριχοειδή φαινόμενα. Εάν υπάρχει ο ιός στο δείγμα (αντιγόνο) συνδέεται με το ειδικό αντίσωμα και το ανοσοσύμπλεγμα ανιχνεύεται μέσω των σωματιδίων χρυσού.

    Το βασικό ερώτημα είναι πόσο αξιόπιστα είναι όλα αυτά τα τεστ 

    Η απόδοση των τεστ περιγράφεται από την διαγνωστική τους ευαισθησία, ή πιο απλά από την ικανότητά τους να ταυτοποιούν την παρουσία ιικού RNA (μοριακά τεστ) ή αντισωμάτων έναντι του SARS-CoV-2 (ορολογικά τεστ) σε θετικά δείγματα, και μετράται  ως % ποσοστό ανίχνευσης αληθώς θετικών δειγμάτων, αλλά και την διαγνωστική τους ειδικότητα, ή πιο απλά από την ικανότητά τους να ταυτοποιούν ως αρνητικά δείγματα τα οποία είναι αρνητικά στην παρουσία παρουσία ιικού RNA (μοριακά τεστ) ή αντισωμάτων έναντι του SARS-CoV-2 (ορολογικά τεστ) και μετράται  ως % ποσοστό ανίχνευσης αληθώς αρνητικών δειγμάτων. Οι εκτιμήσεις της διαγνωστικής ευαισθησίας και ειδικότητας είναι εκτιμήσεις που βασίζονται σε στατιστικά δεδομένα που προέρχονται κατά προτίμηση από ανάλυση μεγάλου αριθμού δειγμάτων. Οσο περισσότερα δείγματα αναλύονται τόσο πιο αξιόπιστες είναι οι εκτιμήσεις της διαγνωστικής ευαισθησίας και ειδικότητας. Η χρησιμότητα των τεστ καθορίζεται επίσης από την θετική και αρνητική προβλεπτική τους αξία, η οποία καθορίζεται εκτός από την διαγνωστική ευαισθησία και ειδικότητα και από τον επιπολασμό, ή πιο απλά από το ποσοστό των ατόμων στο γενικό πληθυσμό που είναι θετικά και έχουν αντισώματα έναντι του SARS-CoV-2. Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι αν παράλληλα με τα τεστ αυτά δεν ληφθούν υπόψη και άλλες σχετικές πληροφορίες, όπως το κλινικό ιστορικό και τα αποτελέσματα των διαγνωστικών τεστ, τα τεστ αυτά θα μπορούσαν να δώσουν πολλά ψευδώς θετικά αποτελέσματα.

    Στη εποχή της τόσο έντονης ανάγκης για παροχή υπηρεσιών στα νοσοκομεία, οι κλινικοί γιατροί, οι κυβερνήσεις και τα συστήματα υγείας χρειάζονται επειγόντως γρήγορα, ευαίσθητα, αξιόπιστα αλλά και χαμηλού κόστους διαγνωστικά τεστ για να διαχειριστούν τον τόσο αυξημένο αριθμό ατόμων που εισρέουν στα νοσοκομεία. Για το λόγο αυτό ο ρόλος εγκεκριμένων και αξιόπιστων διαγνωστικών τεστ για την αντιμετώπιση της πανδημίας είναι πάρα πολύ σημαντικός. Η χρήση μη-αξιόπιστων τεστ, η το κυριότερο η μη-σωστή εφαρμογή αξιόπιστων τεστ στα εργαστήρια  μπορεί να οδηγήσει είτε σε χαρακτηρισμό COVID-19- αρνητικών ατόμων ως θετικών στον κορωνοϊό ασθενών, η το αντίθετο. Και στις δύο περιπτώσεις είναι εμφανές ότι οι συνέπειες είναι τραγικές για τα όλα συστήματα Υγείας.  Προς το παρόν μόνο τα εργαστηριακά μοριακά τεστ που βασίζονται σε RT-qPCR έχουν ελεγχθεί και συστήνονται από τον ΠΟΥ για διάγνωση. Ο ΠΟΥ προτείνει τη χρήση των γρήγορων τεστ μόνο για ερευνητικούς σκοπούς, και δεν τα συστήνει για διάγνωση και λήψη κλινικών αποφάσεων μέχρι να αξιολογηθούν σε συγκριτικές μελέτες με τα εργαστηριακά μοριακά τεστ αντίστοιχα σε μεγάλη κλίμακα. Το ίδιο ισχύει και για τα γρήγορα ορολογικά τεστ. Αλλά τα γρήγορα τεστ αυτά μπορούν να αποβούν εξαιρετικά χρήσιμα σε επιδημιολογικές μελέτες, και να εξελιχθούν σε ένα σημαντικό εργαλείο για την ανάπτυξη εμβολίων.

    Η συνεχής βελτιστοποίηση των διαγνωστικών τεστ είναι ένας πολύ δυναμικά εξελισσόμενος τομές σήμερα, και έχει ως κύριο στόχο τη στήριξη των υπηρεσιών υγείας, αλλά και των κυβερνήσεων για λήψη σωστών αποφάσεων.  Η συνεχής και στενή συνεργασία ερευνητών και κλινικών γιατρών στοχεύει αρχικά στην ανάπτυξη αξιόπιστων διαγνωστικών εργαλείων. Αλλά η διαγνωστική αξία των τεστ δεν μπορεί να κριθεί μόνο με τη μέθοδο συλλογής του δείγματος, την ποιότητα του δείγματος και την μεθοδολογία που ακολουθείται. Αντίστοιχα σημαντικά είναι θέματα που αφορούν προ-αναλυτικές διαδικασίες, όπως για παράδειγμα σε ποια χρονική στιγμή πρέπει να γίνει η συλλογή του δείγματος, καθώς και πώς ακριβώς πρέπει να γίνεται η αποθήκευσή του μέχρι την ανάλυση. Σε κάθε περίπτωση ο εργαστηριακός έλεγχος πρέπει να γίνεται σε εξειδικευμένα και κατά προτίμηση διαπιστευμένα εργαστήρια που διαθέτουν τον απαραίτητο ειδικό εξοπλισμό. Για την διασφάλιση της αξιοπιστίας των αποτελεσμάτων των εργαστηρίων δεν αρκεί η χρήση τεστ εγκεκριμένων από διεθνείς οργανισμούς αλλά είναι απαραίτητη η συμμετοχή των εργαστηρίων σε προγράμματα εξωτερικού ελέγχου ποιότητας και ακολούθως η διαπίστευση των εργαστηρίων κατά ISO-15189. 

    Επιμέλεια Νεκταρία Καρακώστα, Δημοσιογράφος Υγείας