Η ζωή χωρίς γλυκιά γεύση μοιάζει σε πολλούς ανέφικτη, με την κατάλληλη στρατηγική όμως μπορούμε να τα καταφέρουμε.
Οι συστάσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (WHO, 2015) είναι ξεκάθαρες: «Η ημερήσια πρόσληψη σακχάρων δεν πρέπει να υπερβαίνει το 10% των συνολικών θερμίδων που λαμβάνουμε καθημερινά». Και αυτό διότι η αυξημένη πρόσληψη ζάχαρης σχετίζεται με τερηδόνα και αύξηση των συνολικών προσλαμβανόμενων θερμίδων, η οποία με τη σειρά της συμβάλλει στην αύξηση του βάρους.
Η σύσταση αυτή του 10%, πρακτικά σημαίνει ότι σε ένα ημερήσιο διαιτολόγιο 2.000 θερμίδων ενός μέσου ατόμου, η ποσότητα των σακχάρων -μεταξύ των οποίων και της ζάχαρης- που συστήνεται να καταναλώνουμε είναι 50 γραμμάρια (περίπου 10 κουταλάκια), ποσότητα που αντιστοιχεί σε 200 θερμίδες.
Γιατί όμως είναι δύσκολο να αποχωριστούμε τη γλυκιά γεύση;
Όπως επισημαίνει η διαιτολόγος – διατροφολόγος, επιστημονική διευθύντρια Διεθνούς Ενωσης Γλυκαντικών (International Sweeteners Association – ISA), κ. Βασιλική Πυρογιάννη, “οι άνθρωποι έχουμε εκ γενετής προδιάθεση προς τα«γλυκά» συστατικά και η γλυκιά γεύση είναι «γραμμένη» στα γονίδιά μας. Οι θεωρίες που έχουν διατυπωθεί μας ταξιδεύουν δεκάδες χιλιάδες χρόνια πίσω, όταν ο άνθρωπος αναζητούσε την τροφή του στη φύση και αναγνώριζε το γλυκό ως ένα τρόφιμο ασφαλές προς κατανάλωση”.
Πώς λοιπόν θα τα καταφέρουμε; Μια λύση, σύμφωνα με την ειδικό είναι να αντικαταστήσουμεμέρος της ζάχαρης που προσλαμβάνουμε καθημερινά μέσα από γλυκά, τρόφιμα, ροφήματα και αναψυκτικά με υποκατάστατα γλυκαντικά, τα οποία δεν παρέχουν ζάχαρη ή θερμίδες και δεν δημιουργούν τερηδόνα.
“Τα ολιγοθερμιδικά γλυκαντικά συνδυάζουν γλυκιά γεύση χωρίς (ή με ελάχιστες) θερμίδες κι έτσι μπορούν να βοηθήσουν να μειώσουμε τη ζάχαρη και τις θερμίδες στη διατροφή μας. Είναι κατά μέσο όρο 200-300 φορές πιο γλυκά από τη ζάχαρη και έτσι χρησιμοποιούνται σε πολύ μικρές ποσότητες. Επίσης, αποτελούν μία εναλλακτική επιλογή για τα άτομα με σακχαρώδη διαβήτη, καθώςτους επιτρέπουν να διατηρούν τη γλυκιά γεύση στο διαιτολόγιό τους χωρίς να επηρεάζονται τα επίπεδα της γλυκόζης και της ινσουλίνης στο αίμα. Τα πιο γνωστά ολιγοθερμιδικά γλυκαντικά είναι η ασπαρτάμη, η ακεσουλφάμη, το κυκλαμικό οξύ, η σουκραλόζη, η σακχαρίνη και το γλυκαντικό από το φυτό στέβια”, σημειώνει η κυρία Πυρογιάννη.
Ασφάλεια
Η ασφάλεια των ολιγοθερμιδικών γλυκαντικών έχει επιβεβαιωθεί από πολλούς επίσημους φορείς παγκοσμίως, όπως την κοινή επιτροπή του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας και του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας. Στην Ευρώπη, όπως ισχύει για όλα τα πρόσθετα τροφίμων, τα ολιγοθερμιδικά γλυκαντικά εγκρίνονται για χρήση σε τρόφιμα και ροφήματα μόνον εφόσον περάσουν από πολύ λεπτομερή αξιολόγηση από την ΕυρωπαϊκήΑρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA).
Photos by Freepik
Επιμέλεια: Νεκταρία Καρακώστα, Δημοσιογράφος Υγείας








Τα τελευταία χρόνια έχει γίνει αρκετή συζήτηση και υπάρχουν πολλές επιστημονικές έρευνες για τα λιπαρά και τους υδατάνθρακες που τονίζουν ότι είναι μεν απαραίτητα, αλλά απαιτείται προσοχή στην ποσότητα και κυρίως την ποιότητά τους. Για την πρωτεΐνη, αντίθετα, τα επιστημονικά δεδομένα είναι λιγότερα και στη συνείδηση του κόσμου έχει απενοχοποιηθεί από οποιαδήποτε παρενέργεια ή αρνητική επίδραση στην υγεία μας. Είναι όμως έτσι τα πράγματα;


Ένα θέμα υγείας που κυριαρχεί τους χειμερινούς μήνες είναι το ανοσοποιητικό μας σύστημα. Το ανοσοποιητικό σύστημα είναι το σύνολο των αμυντικών μηχανισμών του οργανισμού μας έναντι των ιών, των βακτηρίων και άλλων παθογόνων μικροοργανισμών.

Η πανδημία COVID-19 έχει επηρεάσει δραματικά την καθημερινότητα του σύγχρονου κόσμου, με κοινωνικές, οικονομικές και ψυχολογικές προεκτάσεις. Σημαντικός παράγοντας κινδύνου εμφάνισης της λοίμωξης είναι η εξασθένηση του ανοσοποιητικού συστήματος που συχνά εμφανίζεται σε προχωρημένη ηλικία, παχυσαρκία, σακχαρώδη διαβήτη και άλλα χρόνια νοσήματα. Από την άλλη μεριά, τα τελευταία 20 χρόνια, σημαντικός όγκος πειραματικών και κλινικών δεδομένων έχει καταδείξει ότι η γνωστή στεροειδική ορμόνη βιταμίνη D είναι ένας ισχυρός επιγενετικός ρυθμιστής, που επηρεάζει περισσότερα από 2.500 γονίδια, επιδρώντας στο παθογενετικό υπόβαθρο χρόνιων νοσημάτων, όπως ο καρκίνος, ο σακχαρώδης διαβήτης και οι αυτοάνοσες ασθένειες. Επιπρόσθετα, η βιταμίνη D εμφανίζει σημαντική ανοσοτροποποιητική επωφελή δράση, επιδρώντας με πληθώρα μηχανισμών επί των ανοσοϊκανών κυττάρων, ως κομβικός καταστολέας της συστηματικής φλεγμονής, βιοφαινόμενο που χαρακτηρίζει τη λοίμωξη από COVID-19.


Η ρίγανη είναι ένα φυσικό καρύκευμα διατροφής για βελτίωση της γεύσης και για νοστιμιά που χρησιμεύει στη μαγειρική μας από αρχαιοτάτων χρόνων.



















