Γεωργία Καπώλη
Κλινική Διαιτολόγος – Διατροφολόγος,
Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, Master of Science in Clinical Nutrition (University of Surrey)
Μέλος Επιστ. Ομάδας ΑΠΙΣΧΝΑΝΣΙΣ – ΛΟΓΩ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ
Μέλος Πανελληνίου Συλλόγου Διαιτολόγων
georgiakapoli@gmail.com
Η σοκολάτα έχει μία ενδιαφέρουσα και μακρά ιστορία της οποίας οι ρίζες βρίσκονται στην Αμερική πριν ακόμα ανακαλυφθεί από τον Κολόμβο μιας και ήταν από τα πιο ευρέως χρησιμοποιούμενα ροφήματα στα υψηλότερα κοινωνικά στρώματα των Αζτέκων. Το 17ο αιώνα, η ζεστή σοκολάτα εξαπλώνεται σε όλη την Ευρώπη και γίνεται το αγαπημένο ρόφημα όλων των αριστοκρατών και αυλικών της εποχής, οι οποίοι την κατανάλωναν και ως αφροδισιακό. Πέρασαν αρκετά χρόνια και μόλις τον 19ο αιώνα το κακάο άρχισε να χρησιμοποιείται και ως υλικό στη ζαχαροπλαστική. Ωστόσο, στις μέρες μας η κατανάλωση της σοκολάτας στο πλαίσιο μίας ισορροπημένης διατροφής έχει αποκλειστεί λόγω του υψηλού θερμιδικού της περιεχομένου και της περιεκτικότητάς της σε λίπος. Όμως πόση αλήθεια υπάρχει στις πεποιθήσεις αυτές; Ποιες είναι οι πραγματικές επιδράσεις της στην υγεία;
Οι απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα προκύπτουν από την ίδια τη σύσταση της σοκολάτας. Το κακάο από το οποίο φτιάχνεται η σοκολάτα περιέχει 33% ολεϊκό οξύ, 25% παλμιτικό οξύ και 33% στεαρικό οξύ, τα οποία αν και κορεσμένα λιπαρά οξέα δεν συμβάλλουν στην αύξηση της χοληστερόλης. Αντίθετως, πρόσφατες έρευνες συνηγορούν στην ευεργετική τους επίδραση στη μείωση των τριγλυκεριδίων του ορού. Επιπρόσθετα, η μαύρη σοκολάτα βρέθηκε να έχει ωφέλιμη δράση και στη μείωση της αρτηριακής πίεσης σύμφωνα με έρευνα Ιταλών μελετητών.
Επιπλέον, η σοκολάτα είναι πλούσια και σε ιχνοστοιχεία με κυρίαρχα το χαλκό, ο οποίος συμβάλλει στον μεταβολισμό του σιδήρου (ο σίδηρος είναι απαραίτητος για τη σύνθεση της αιμοσφαιρίνης η οποία μεταφέρει το οξυγόνο μέσα στα ερυθρά αιμοσφαίρια του αίματος), βοηθά στην σύνθεση μελανίνης στο δέρμα και στα μαλλιά, αλλά και στην λειτουργία του κεντρικού νευρικού συστήματος. Επίσης άλλα σημαντικά ιχνοστοιχεία είναι το ασβέστιο, ο φώσφορος και το μαγνήσιο τα οποία έχουν καθοριστικό ρόλο στο μεταβολισμό των οστών και των δοντιών.
Η συμμετοχή της σοκολάτας σε μία ισορροπημένη διατροφή εντείνεται από το γεγονός ότι περιέχει αντιοξειδωτικές ουσίες με κυρίαρχες τις πολυφαινόλες οι οποίες λόγω του ότι εξουδετερώνουν τις ελεύθερες ρίζες του οξυγόνου που δημιουργούνται από το φυσιολογικό μεταβολισμό, μειώνουν τις βλάβες στις μεμβράνες των κυττάρων και συμβάλλουν έτσι στο μειωμένο κίνδυνο ανάπτυξης αθηροσκλήρυνσης και καρδιακών παθήσεων. Η περιεκτικότητα μάλιστα της σοκολάτας σε φλαβονοειδή, μία από τις κυριότερες κατηγορίες πολυφαινολών, έχει συγκριθεί με εκείνη του κρασιού και του τσαγιού και έχει βρεθεί υψηλότερη.
Τέλος η σοκολάτα συμβάλλει και στη βελτίωση της ανθρώπινης ψυχοδυναμικής χάρη στην ιδιότητά της να αυξάνει τα επίπεδα έκκρισης της σερετονίνης. Κάτι τέτοιο οφείλεται στην αυξημένη περιεκτικότητα της σοκολάτας σε υδατάνθρακες οι οποίοι οδηγούν σε άμεση αύξηση της γλυκόζης του αίματος, που με τη σειρά της προκαλεί αυξημένη έκκριση ινσουλίνης από το πάγκρεας. Η ινσουλίνη με την σειρά της, προκαλεί πρόσληψη πολλών αμινοξέων (όχι όμως και τρυπτοφάνης) από τους περιφερικούς ιστούς, όπως είναι οι μύες. Σε αντίθεση λοιπόν με τα άλλα αμινοξέα, το αμινοξύ τρυπτοφάνη, δεσμεύεται από την αλβουμίνη του αίματος και έτσι στο αίμα αυξάνεται η αναλογία μεταξύ τρυπτοφάνης και μεγάλων, ουδέτερων αμινοξέων (LNAA) . Η συγκεκριμένη υψηλή αναλογία τρυπτοφάνης προς LNAA, έχει σαν τελική συνέπεια τη προώθηση σημαντικών ποσοτήτων αυτού του αμινοξέος στον εγκέφαλο. Εκεί, η τρυπτοφάνη συμβάλλει, ως πρόδομος ουσία, στη παραγωγή της πολυπόθητης σεροτονίνης.
Συνεπώς, η σοκολάτα έχει ευεργετικές δράσεις για τον οργανισμό μας. Ωστόσο, λόγω του υψηλού θερμιδικού της περιεχομένου θα πρέπει να καταναλώνεται σε μικρές ποσότητες (καθημερινά μπορούμε να τρώμε 25γρ σοκολάτα) και πάντα στα πλαίσια μίας ισορροπημένης διατροφής και ενός υγιεινού τρόπου ζωής.
