Κατηγορία: ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ

  • Κατάθλιψη: O ύπουλος εχθρός

    Κατάθλιψη: O ύπουλος εχθρός

    Πολύ συχνά, οι ειδήσεις για την αυτοκτονία διασήμων προσώπων έρχονται ως κεραυνός εν αιθρία. Το πρόβλημα με την κατάθλιψη και τις σκέψεις για τερματισμό της ζωής είναι ότι δεν αναγνωρίζονται πάντα.

    Υπάρχουν πολλοί λόγοι για αυτό. Μπορεί να υπάρχουν εσωτερικευμένοι φόβοι σε πολλούς ανθρώπους, οι οποίοι διστάζουν να μιλήσουν για αυτούς. Υπάρχουν επίσης άνθρωποι που δεν μιλούν για τα συναισθήματά τους –δυστυχώς, συχνά η σιωπή εκλαμβάνεται ως έλλειψη προβλημάτων.

    Επίσης, δεν γίνεται πάντα κατανοητό ότι συχνά παράπονα για σωματικά προβλήματα μπορεί να σηματοδοτούν την ύπαρξη κατάθλιψης.
    Τέλος, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι υπάρχει και η λεγόμενη «χαμογελαστή κατάθλιψη» (smiled depression), όπου το άτομο διαχειρίζεται σε γενικές γραμμές τη ζωή του, αλλά μέσα του εγκαθίσταται σιγά σιγά μια καταθλιπτική θεώρηση του εαυτού του και της ζωής. Σε αυτήν την «καλυμμένη» κατάθλιψη, το άτομο ξεγελά το περιβάλλον του και εμφανίζει μία εικόνα ότι όλα είναι καλά, ενώ αυτό δεν ισχύει.

    Τα σημάδια της «καλυμμένης» κατάθλιψης

    • Διαταραχές προσοχής και συγκέντρωσης: Το άτομο δεν μπορεί να συγκεντρωθεί σε μια δραστηριότητα, αποσπάται εύκολα και δεν έχει τη διάθεση να επιμείνει.
    • Αλλαγή στις συνήθειες του ύπνου (λιγότερες ώρες ύπνου ή περισσότερος ύπνος), της διατροφής (αύξηση του φαγητού ή ανορεξία), της χρήσης εξαρτητικών ουσιών (ουσίες, αλκοόλ, τσιγάρο).
    • Επιθετική συμπεριφορά: Σε κάποιες περιπτώσεις, η επιθετική συμπεριφορά υποκρύπτει κατάθλιψη. Θα πρέπει να είμαστε σε εγρήγορση αν οι αγαπημένοι μας τείνουν να είναι περισσότερο επιθετικοί απ’ όσο πριν.
    • Αύξηση του άγχους: Και το υπερβολικό άγχος, σε κάποιες περιπτώσεις, μπορεί να υποδηλώνει κατάθλιψη.
      Αποφυγή των κοινωνικών σχέσεων (στις κοινωνικές σχέσεις χρειάζεται κάποιος να προσποιείται και να δείχνει ότι είναι καλά). Σε αυτές τις περιπτώσεις τα άτομα βρίσκουν μια δικαιολογία για να μην εμφανιστούν ή πηγαίνουν στην εκδήλωση και φεύγουν νωρίς.
    • Απαισιοδοξία ή αίσθημα ματαιότητας: Μπορεί για παράδειγμα να λένε συχνά: Δεν πρόκειται να γίνει τίποτα, δεν θα πάει καλά αυτό που επιθυμώ, όλα είναι μάταια κ.λπ.
    • Συναισθηματικά ξεσπάσματα: Το άτομο μπορεί να ξεσπά σε κλάματα βλέποντας μια ταινία ή ακούγοντας μια δυσάρεστη διήγηση και η αντίδραση αυτή να είναι δυσανάλογη με την αντίδραση που θα είχε κάποιος άλλος στα παραπάνω ερεθίσματα.

    Τα κλασικά συμπτώματα της κατάθλιψης είναι:

    • Διακυμάνσεις στη διάθεση, θλίψη, αίσθημα κόπωσης
    • Ευερεθιστότητα, επιθετικότητα
    • Μειωμένη προσοχή και συγκέντρωση
    • Αλλαγές στον ύπνο και στη διατροφή
    • Ιδέες αναξιότητας
    • Απογοήτευση, αίσθημα κενού και ματαιότητας
    • Απώλεια της ενεργητικότητας, απραξία, μείωση ενδιαφέροντος για δραστηριότητες, συναναστροφές, κοινωνική απομόνωση
    • Αυξημένη αυτοκριτική (είμαι βάρος, δεν αξίζω), τάσεις αυτοκατηγορίας
    • Χρήση αλκοόλ, χαπιών
    • Πιθανές συζητήσεις για θάνατο ή αυτοκτονία.

    Ωστόσο, πέρα από τα βασικά συμπτώματα, υπάρχουν και ενδείξεις που θα πρέπει να λάβουμε πιο σοβαρά υπόψη. Όταν κάποιος δεν μοιάζει θλιμμένος, αλλά παραπονείται διαρκώς για τη ζωή του, ότι έχει χάσει το νόημα, το ενδιαφέρον και τα κίνητρά του, είναι μια σοβαρή περίπτωση.
    Πολλές φορές συνυπάρχουν μάλιστα και παράπονα για σωματικά ενοχλήματα (αρθριτικά, πονοκέφαλοι), αλλαγή της εμφάνισης ή της υγιεινής, της διατροφής, φόβος για αρρώστιες, ανορεξία, βουλιμία, παχυσαρκία, διαταραχές ύπνου, θυμός, υπερκινητικότητα.

    Και το σοβαρότερο ερώτημα που τίθεται είναι: Πόσο σοβαρά θα πρέπει να πάρει κανείς ένα άτομο που μιλά για αυτοκτονία; Και πώς πρέπει να αντιδράσει;
    Ακούστε το αγαπημένο σας πρόσωπο, χωρίς να κριτικάρετε τα συναισθήματά του και αποφεύγοντας τις αχρείαστες συγκρούσεις.
    Καλέστε τον σε μία κοινωνική εκδήλωση. Μην προσπαθήσετε να τον θεραπεύσετε. Απευθυνθείτε σε ειδικό και συνοδεύστε τον. Αν ο ειδικός αποφασίσει κάποια θεραπεία, ενισχύστε τον να τη συνεχίσει.

    Δρ. Ίλια Θεοτοκά, Κλινική Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπεύτρια

  • Απέτυχα – και δεν πειράζει! Ο φόβος της αποτυχίας και πώς θα τον ξεπεράσουμε!

    Απέτυχα – και δεν πειράζει! Ο φόβος της αποτυχίας και πώς θα τον ξεπεράσουμε!

    «Το άγχος φταίει! Μην αγχώνεσαι!» λένε όλο και πιο συχνά οι γιατροί στην εποχή μας. Φαίνεται πως το άγχος προκαλεί νέα προβλήματα στην υγεία μας, επιδεινώνει προϋπάρχοντα προβλήματα, και επιβραδύνει την αποθεραπεία μας.

    Και ένας από τους πιο σημαντικούς παράγοντες στο άγχος, ένας από τους πιο συνηθισμένους λόγους που οι άνθρωπο αγχώνονται είναι ο φόβος της αποτυχίας και του λάθους. Πολύ συχνά, αγχωνόμαστε γιατί φοβόμαστε μήπως δεν καταφέρουμε κάτι, μήπως κάνουμε κάποιο λάθος, μήπως αποτύχουμε. Άλλωστε, ουσιαστικά αυτό είναι το άγχος: η δυσφορία που νιώθουμε όταν σκεφτόμαστε ότι δεν μπορούμε να τα καταφέρουμε καλά σε κάτι. Έτσι στο μυαλό μας εκτυλίσσεται αέναα ο εξής φαύλος κύκλος:

    • Σκέφτομαι ότι είναι πολύ κακό να αποτύχω.
    • Σκέφτομαι ότι δεν μπορώ να τα καταφέρω και είναι πιθανό να αποτύχω.
    • Φαντάζομαι ένα σενάριο κατά το οποίο αποτυγχάνω.
    • Νιώθω δυσφορία και αγχώνομαι.
    • Μπλοκάρω – και αυξάνω τις πιθανότητες να αποτύχω.
    • Αν τελικά αποτύχω, αυτό θα ενισχύσει τον φαύλο κύκλο την επόμενη φορά που θα πρέπει να κάνω κάτι ανάλογο.

    Είναι λοιπόν φανερό ότι πολύ συχνά κάτω από το άγχος μας κρύβεται ο φόβος της αποτυχίας. Αν δεν υπήρχε αυτός, δεν θα αγχωνόμασταν τόσο. Γιατί όμως φοβόμαστε τόσο την αποτυχία; Τι σημαίνει για εμάς;

    Φαίνεται πως η αποτυχία σημαίνει για πολλούς ανθρώπους φοβερά πράγματα. Πρόσφατα έθεσα σε 36 άτομα ηλικίας 30-60 χρονών το ερώτημα αυτό και πήρα τις εξής απαντήσεις:

    Αποτυχία σημαίνει:

    – ότι δεν είμαι καλός σε αυτό που κάνω

    – ότι μπορεί να υποστώ κάποιες κακές συνέπειες

    – ότι οι άλλοι θα με κοιτάζουν αρνητικά, με περιφρόνηση, δεν θα με υπολογίζουν

    – ότι δεν αξίζω

    Οι σκέψεις αυτές λοιπόν προφανώς κάνουν τους ανθρώπους να φοβούνται πολύ την αποτυχία και να αγχώνονται τόσο με την πιθανότητα να αποτύχουν. Ωστόσο, έχει ενδιαφέρον ότι η μοναδική τελείως ρεαλιστική απάντηση («μπορεί να υποστώ κακές συνέπειες») είναι αυτή που λιγότερο απασχολεί συνήθως τους ανθρώπους. Προφανώς, είναι λογικό να αγχωθώ με κάτι αν φοβάμαι πως αν αποτύχω μπορεί να υποστώ μια κακή συνέπεια. Είναι καταπληκτικό όμως ότι πολύ συχνά οι άνθρωποι φοβούνται την αποτυχία παρότι δεν κινδυνεύουν από καμία κακή συνέπεια. Συχνά αγχώνονται μην αποτύχουν παρότι ξέρουν ότι δεν θα πάθουν τίποτα κακό αν αποτύχουν. Γιατί;

    Μάλλον λόγω της τελευταίας απάντησης – σκέφτονται: «Αν αποτύχω, σημαίνει ότι δεν αξίζω». Δεν αξίζω σαν επαγγελματίας, σαν γονιός, σαν άνθρωπος.

    Όμως είναι έτσι; Είναι δυνατόν όλη μας η αξία να εξαρτάται αποκλειστικά από κάθε αποτυχία ή επιτυχία μας; Αν δηλαδή μου καεί το φαγητό, αν δεν κάνω μια καταπληκτική παρουσίαση, αν δεν πετύχω έναν πελάτη – σημαίνει πως δεν αξίζω σαν άνθρωπος;

    Ασφαλώς όχι. Η αξία μας δεν εξαρτάται από την επιτυχία ή την αποτυχία μας – είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο και μονιμότερο. Η αξία μας είναι αυτό που είμαστε σαν άνθρωποι – η ηθική μας, οι ιδέες μας, οι επιλογές μας, οι συμπεριφορές μας, οι σχέσεις μας, οι προσπάθειές μας, οι εμπειρίες μας, τα όνειρά μας. Έχουμε μια αξία σαν άνθρωποι και μια σημασία πάνω στον πλανήτη – και αυτό δεν μπορεί να αλλάζει μέσα στο μυαλό μας κάθε φορά που κάτι δεν κάναμε καλά.

    Άλλωστε δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι μια αποτυχία δεν εξαρτάται πάντα απόλυτα από εμάς. Υπάρχουν πολλοί άλλοι παράγοντες που ίσως δεν μπορούμε εμείς να ελέγξουμε οι οποίοι παίζουν ρόλο στο τελικό αποτέλεσμα. Μπορεί να έχουμε προσπαθήσει πολύ για να λειτουργήσουμε καλά σε κάποια κατάσταση αλλά οι εξωτερικές συνθήκες, οι άλλοι άνθρωποι, διάφοροι ανεξέλεγκτοι ή τυχαίοι παράγοντες ενδέχεται να παρεμβληθούν και να χαλάσουν το αποτέλεσμα.

    Η αλήθεια είναι πως οι αποτυχίες και τα λάθη είναι αναπόφευκτα σε αυτή τη ζωή και πρέπει να τα αποδεχτούμε. Όσο καλά κι αν προετοιμαστούμε, όσο κι αν προσπαθήσουμε υπάρχει πάντα το ενδεχόμενο κάτι να μην πάει καλά. Υπάρχει πάντα η πιθανότητα να αποτύχουμε. «Δεν αποτυγχάνει μόνο όποιος δεν κάνει» μου είχε πει κάποτε ένα πολύ επιτυχημένος επιχειρηματίας. Αν κάνουμε, αν επιλέγουμε να προσπαθούμε για οτιδήποτε, πρέπει να αποδεχτούμε ότι ενδέχεται να μην πάει καλά. Και να πούμε: «Δεν πειράζει».

    Η ικανότητα να συνερχόμαστε μετά από μια αποτυχία και να προχωρούμε λέγεται ψυχική ανθεκτικότητα και είναι πολύ σπουδαία ιδιότητα. Πολλοί μάλιστα ισχυρίζονται ότι για να γίνεις επιτυχημένος, πρέπει πρώτα να έχεις αποτύχει και να έχεις συνέλθει από την αποτυχία αυτή.

    «Επιτυχία είναι να προχωράς από αποτυχία σε αποτυχία χωρίς να χάνεις τον ενθουσιασμό σου», έλεγε ο Ουίνστον Τσώρτσιλ.

    Αντί λοιπόν να φοβόμαστε τόσο μια πιθανή αποτυχία, και να καταρρέουμε αν συμβεί, μπορούμε να αρχίσουμε να αποδεχόμαστε την πιθανότητα της αποτυχίας και να αποφασίσουμε ότι αν συμβεί θα την αξιοποιήσουμε: θα την αξιολογήσουμε, θα καταλάβουμε τι πήγε στραβά, και θα μάθουμε κάτι από αυτό. Αντί να φοβόμαστε την αποτυχία, είναι καλύτερο να την αξιοποιούμε για να γίνουμε καλύτεροι την επόμενη φορά!

    Σοφία Ανδρεοπούλου, MSc, Ψυχολόγος-Παιδοψυχολόγος

  • Επιχείρηση «Μελέτη»: Το σωστό διάβασμα, οι τρόποι & οι τεχνικές συγκέντρωσης

    Επιχείρηση «Μελέτη»: Το σωστό διάβασμα, οι τρόποι & οι τεχνικές συγκέντρωσης

    Η έλλειψη συγκέντρωσης, η παθητικότητα και η έμμεση αδιαφορία για τα μαθήματα μπορούν να οφείλονται σε διάφορα αίτια: σε ζητήματα που απασχολούν τον έφηβο διαρκώς, στην ορμονική αναστάτωσή του ή  σε εξωτερικούς περισπασμούς.

    Καλό είναι ο έφηβος  να ξεκινήσει από τα απλούστερα, δηλαδή τους εξωτερικούς περισπασμούς. Αυτοί διορθώνονται πιο εύκολα. Επίσης, σκόπιμο είναι να ρυθμίσει με συμπεριφορικές μεθόδους τη μελέτη του, ώστε να μπορεί να «μαζεύει το μυαλό» του και να διαβάζει ανεξάρτητα από τα βαθύτερα ζητήματα που τον απασχολούν. Είναι εύλογο ότι αυτά δεν πρέπει να τα «θάβει» και να τα ξεχνά. Απεναντίας, πρέπει να τα λύνει. Όμως όχι την ώρα της μελέτης.

    Τεχνικές συγκέντρωσης για τις εξετάσεις και όχι μόνο

    Ο έφηβος πρέπει να συνειδητοποιήσει ότι η ώρα της μελέτης δεν είναι ώρα χαλάρωσης. Μπορεί να χαλαρώνει μόνο όταν κάνει διάλειμμα. Καλύτερα να κάνει πολλά διαλείμματα, παρά να ονειροπολεί με τα βιβλία ανοιχτά μπροστά του. Προτείνετέ του να σεβαστεί την ανάγκη του για ονειροπόληση, αλλά να της βάλει «ωράριο». Να αποφασίσει, δηλαδή, ότι θα μπορεί να χαζέψει και να ονειροπολήσει, π.χ.,  μόλις τελειώσει το διάβασμα.

    Κάθε φορά που… πετάγεται μια ιδέα στο μυαλό του την ώρα που διαβάζει, καλό είναι να σημειώνει ένα μεγάλο Χ ή άλλο εμφανές σήμα στο βιβλίο του. Το σημάδι πρέπει να μπαίνει στο σημείο της σελίδας που βρισκόταν την ώρα που «πετάχτηκε» η οποιαδήποτε άσχετη σκέψη. Στη συνέχεια καλό είναι να έχει δίπλα του ένα μπλοκάκι και να  σημειώνει εκεί την σκέψη που τον ή τη διέκοψε. Έτσι θα νιώθει ότι έβγαλε αυτή την ιδέα από το μυαλό του προσωρινά και ότι θα μπορεί να ασχοληθεί με αυτήν αργότερα. Εκείνη τη στιγμή δεν θα τη διαγράψει σαν ασήμαντη, δεν θα την αποδεχτεί, δεν θα την καταπιέσει, θα την αφήσει απλώς για αργότερα. Έτσι θα μπορέσει να συνεχίσει το διάβασμα με την ησυχία του.

    Ας ορίζει κάθε μέρα ένα σταθερό «ραντεβού» με τον εαυτό του (π.χ., 21.30-22.30), για να ασχολείται με όσα βλέπει ότι «πετάγονται» αυθαίρετα στο μυαλό του την ώρα που μελετά. Προφανώς τον ή την απασχολούν πολύ. Θα πρέπει να τα αντιμετωπίσει.

    Όταν τελειώνει τη μελέτη, ας εξετάζει πόσες ασκήσεις μπόρεσε να λύσει ή παραγράφους να διαβάσει χωρίς διακοπή. Θα τις μετρήσει κοιτάζοντας κάθε πότε σημείωνε Χ ή όποιο σήμα διακοπής χρησιμοποίησε. Έτσι, θα διαπιστώνει ρεαλιστικά ποιο είναι αυτή την εποχή το όριό του στη συγκέντρωση. Αυτό το όριο θα πρέπει να το σεβαστεί, όπως και εσείς. Αν βλέπει ότι το μυαλό του «φεύγει» περίπου κάθε 10 λεπτά ή ανά 4-5 παραγράφους, θα πρέπει να κάνει ένα ρεαλιστικό χρονοδιάγραμμα. Την επόμενη μέρα που θα κάτσει να διαβάσει, θα αποφασίσει ότι θα διαβάσει 4-5 παραγράφους και ότι μετά θα σηκωθεί για να πιει ένα αναψυκτικό ή να κάνει ένα μικρό διάλειμμα. Αυτές τις  5 παραγράφους καλό είναι την πρώτη μέρα να τις σημειώσει με ένα Χ που θα έχει τοποθετήσει «προκαταβολικά» στο τέλος τους. Αντί, δηλαδή, να κοιτάζει το ρολόι για το πότε θα περάσει το 15λεπτο να σηκωθεί, θα έχει προαποφασίσει ως όριο το εμφανές Χ και θα λέει «θα διαβάσω μέχρι εκεί». Θα πάρει έτσι εκείνο την πρωτοβουλία της διακοπής και θα έχει την απόλυτα θετική αίσθηση ότι ελέγχει την κατάσταση. Σταδιακά ίσως μπορεί να προσθέτει κάθε μέρα και μία παράγραφο, δηλαδή να μεταθέτει το Χ ή το οποιοδήποτε σήμα του λίγο παρακάτω.

    Δεκαπέντε  λεπτά εντατικής μελέτης, δηλαδή με υψηλό βαθμό συγκέντρωσης, είναι πιο αποτελεσματικά από  45 λεπτά χαλαρής μελέτης. Αν το παιδί σας μπορεί να συγκεντρώνεται για 15 λεπτά, ας δουλεύει στο διάστημα αυτό «στο φουλ» και μετά ας σηκώνεται να κάνει ένα διάλειμμα ή ας αλλάζει μάθημα. Η εναλλαγή κεντρίζει συχνά το ενδιαφέρον ή πάντως φέρνει συχνά το  ίδιο αποτέλεσμα με ένα μικρό διάλειμμα.

     Άλλα παιδιά δουλεύουν καλύτερα με το ξυπνητήρι. Αν, π.χ., διαπιστώνει ότι η συγκέντρωσή του χαλαρώνει στα 20 λεπτά, ας βάζει υπενθυμίσεις στο κινητό ώστε να τον  «διακόπτει» προγραμματισμένα κάθε 20 λεπτά. Έτσι, θα έχει και πάλι την αίσθηση ότι ελέγχει την κατάσταση. Επιπλέον, δεν θα έχει τον νου του να κοιτάζει το ρολόι, γιατί θα χτυπήσει μόνη της η υπενθύμιση. Το ρολόι μάλιστα καλό είναι να «κοιτάζει» προς τον τοίχο, ώστε να μην του αποσπά την προσοχή. Αν χρησιμοποιεί το κινητό, τότε καλύτερα να έχετε ένα κινητό ειδικά γι’ αυτή τη δουλειά – π.χ. ένα παλιό δικό σας- γιατί αν είναι το δικό του, είναι βέβαιο ότι κάποιο τηλεφώνημα θα τον διακόψει την ώρα που διαβάζει.

    Σε κάποια παιδιά ταιριάζει το πρόγραμμα της πυραμίδας, με σταδιακή κλιμάκωση. Ξεκινούν να διαβάσουν μόνο μία σελίδα μέχρι το πρώτο τους διάλειμμα, μετά διαβάζουν 2 σελίδες και κάνουν δεύτερο διάλειμμα. Ύστερα διαβάζουν 3-4 σελίδες συνεχόμενες και κάνουν το τρίτο τους διάλειμμα. Καλό είναι ο έφηβος να υπολογίζει την κλιμάκωση ανάλογα με το δικό του βιορυθμό σε συγκέντρωση. Αν βλέπει ότι όσο περνά η ώρα συγκεντρώνεται όλο και καλύτερα, τότε αυτή η κλιμάκωση σίγουρα  του ταιριάζει. Αν όμως βλέπει ότι όσο περνά η ώρα η συγκέντρωσή του χάνεται όλο και συχνότερα, τότε πρέπει να κρατήσει ρεαλιστικά μια σταθερή «μερίδα» διαβάσματος ανά διάλειμμα ή να ακολουθήσει και την αντίθετη τεχνική – δηλαδή να διαβάζει πρώτα περισσότερες σελίδες και να μειώνει τον αριθμό τους.

    Κάποια παιδιά βοηθιούνται  από φράσεις – κλισέ που επαναλαμβάνουν στον εαυτό τους όταν τον «συλλαμβάνουν» να ονειροπολεί (π.χ. «τώρα, διάβασμα!» ή «θα χαζέψω αργότερα. Πρέπει να βγάλω την ύλη τώρα» ή «σύνελθε! Τώρα είσαι εδώ!» ή «ώρα να συγκεντρωθώ»).

    Αν νιώθει κούραση ή γενικά έλλειψη συγκέντρωσης, ο έφηβος μπορεί να τονωθεί κάνοντας ασκήσεις γυμναστικής. Μια βόλτα με γρήγορους ρυθμούς γύρω από το τετράγωνο ή 5 λεπτά γυμναστικής ξυπνούν και το σώμα και το μυαλό. Επίσης, βοηθούν στην εγρήγορση, η τσίχλα ή ένα ελαφρύ γεύμα με πρωτεΐνες (π.χ., ψωμί με τυρί ή ζαμπόν ή αυγό).

    Στη συγκέντρωση βοηθά ο σαφής προσδιορισμός της ύλης που θα πρέπει «να βγάλει» ο έφηβος μέσα σε μία μέρα. Καλό είναι όταν κάθεται να διαβάσει να κάνει στο μυαλό του ένα προσχέδιο  (π.χ., θα διαβάσω 5 σελίδες ιστορίας για το μεθαυριανό τεστ ή θα λύσω  τρεις ασκήσεις φυσικής).

    Έχει σημασία το παιδί να σηκώνεται από το γραφείο έχοντας ολοκληρώσει κάτι. Δεν έχει σημασία αν θα έχει ολοκληρώσει ένα ολόκληρο κεφάλαιο. Εκείνο που μετράει είναι να έχει ολοκληρώσει εκείνο που ο ίδιος ή η ίδια είχε προαποφασίσει ως «μερίδα». Έτσι θα νιώθει αυτοπεποίθηση και θα ξέρει ότι τελείωσε εκείνο που είχε ορίσει ως υποχρέωσή του.  Όταν διαβάζει κάτι και το ολοκληρώνει, καλό είναι να βάζει και ένα σήμα ότι «το τελείωσε». Ας διαλέξει όποιο σήμα θέλει. Όταν «βγάζει» την ύλη που ο ίδιος ή η ίδια προσδιόρισε ως απαραίτητη μέχρι το πρώτο διάλειμμα, ας ανταμείψει τον εαυτό του με κάτι  ευχάριστο.

    Να πείσετε το παιδί σας ότι δεν πρόκειται να χάσει τους φίλους και τις παρέες του μόνον και μόνον επειδή διαβάζει. Αν κάτι αλλάξει στις φιλίες του, αυτό σίγουρα δεν θα σχετίζεται με το γεγονός της τρίωρης μελέτης. Στο κάτω – κάτω αυτό το τρίωρο θα μπορούσε να  ήταν αφιερωμένο σε οποιαδήποτε άλλη προσωπική ενασχόλησή του.  Όλοι στην παρέα του κάνουν το ίδιο για τις προσωπικές ανάγκες τους.

    Βοηθήστε το παιδί σας να αποκτήσει προσωπικό ενδιαφέρον για κάθε μάθημα στο οποίο χωλαίνει. Αν ο καθηγητής στο σχολείο δεν έχει πείσει το παιδί ότι το μάθημα αυτό σχετίζεται άμεσα με τη ζωή του και το αφορά, θα πρέπει να το πείσετε εσείς ή κάποιος άλλος καθηγητής. Το παιδί έχει μεγάλη σημασία να συνδέει κάθε μάθημα με κάτι σημαντικό για το ίδιο.

    Προτείνετέ  του να χρησιμοποιεί μολύβι ή υπογραμμιστή ώστε να τονίζει όσα θέματα το ενδιαφέρουν ή να γράφει απορίες και δικά του συμπεράσματα. Έτσι διαβάζει ενεργά. Ξεφεύγει από την παθητική και ανιαρή συνήθη αντιμετώπιση του μαθήματος και λειτουργεί πιο δημιουργικά. Η υπογράμμιση και οι σημειώσεις «ξυπνούν» τον μαθητή.

    Αν δεν μπορεί να συγκεντρωθεί στο διάβασμα στο σπίτι, τονίστε του ότι πρέπει να προσπαθήσει τουλάχιστον να συγκεντρώνεται στις παραδόσεις ώστε να φεύγει από το σχολείο έχοντας μάθει εκεί αρκετή από την ύλη.

    Μη βάζει στόχους που δεν θα επιτύχει, γιατί θα απογοητευθεί και έτσι θα δυσκολευθεί ακόμα περισσότερο στη μελέτη του. Αν πει, για παράδειγμα, ότι θα διαβάζει 4 ώρες την ημέρα με δύο διαλείμματα και είναι άτομο με μειωμένη συγκέντρωση, θα αποκαρδιωθεί πολύ γρήγορα και η προσπάθειά του να βελτιώσει την κατάσταση θα φέρει αντίθετο αποτέλεσμα.

    Μάθετέ του να χρησιμοποιεί όλο τον ελεύθερο χρόνο του για χαλάρωση. Ας χαλαρώνει ακόμη και στο λεωφορείο, στο περπάτημα, στο μπάνιο. Έτσι δεν θα του λείπει πολύ η χαλάρωση όταν «σφίγγεται» να διαβάσει.

    Όταν έχει πολύ διάβασμα, όπως στην περίοδο εξετάσεων, καλό είναι να πίνει πολλά υγρά και να τρώει μικρά γεύματα (όπως τοστ) ανά 3-4 ώρες. Το βαρύ φαγητό δεν βοηθά στη μελέτη. Αν θέλει να πίνει καφέδες, εξηγήστε του ότι ενδέχεται  να εκνευριστεί και τονίστε ότι ο εκνευρισμός κατά βάθος το εμποδίζει να διαβάσει.

    Αλεξάνδρα Καπάτου, Ψυχολόγος – Παιδοψυχολόγος, Συγγραφέας

  • Το παιδί «άνοιξε τα φτερά του». Και τώρα τι;

    Το παιδί «άνοιξε τα φτερά του». Και τώρα τι;

    Μετά την απομάκρυνσή των παιδιών από την εστία τους, ένα νέο κεφάλαιο ανοίγει στις σχέσεις των γονέων, συχνά όχι με τις καλύτερες προϋποθέσεις.

    Ο όρος «άδεια φωλιά» αναφέρεται στην περίοδο κατά την οποία οι γονείς αποχωρίζονται το παιδί ή τα παιδιά τους.

    Το σύνδρομο της άδειας φωλιάς περιγράφει τα ανάμεικτα συναισθήματα των γονιών για τον αποχωρισμό αυτό και τα αισθήματα απώλειας, δυσφορίας και ματαίωσης που μπορεί να βιώνουν, όταν η «φωλιά αδειάζει», όταν δηλαδή μένουν οι δυο τους. Όμως, η απουσία των παιδιών θα φέρει πιο κοντά τους συντρόφους ή θα τους απομακρύνει;

    Η αποχώρηση του παιδιού σημαίνει επαναπροσδιορισμό της σχέσης του ζευγαριού. Όσο ζούσαν όλοι μαζί, για εκείνους το μεγάλωμα του παιδιού ήταν ένα κοινό σημείο αναφοράς, µία κοινή ευθύνη, ένας κοινός σκοπός. Τώρα που το παιδί απομακρύνεται, το ζευγάρι καλείται να αξιολογήσει εκ νέου τη σχέση του. Ο απολογισμός δεν είναι πάντα θετικός, αφού εξαρτάται από το πόσο δεμένο και ταιριαστό ήταν το ζευγάρι πριν την αποχώρηση και αν είχαν σοβαρά προβλήματα που «κουκούλωναν» για χάρη του παιδιού.

    Αν το ζευγάρι είχε καλή επικοινωνία, θα καταφέρει να ξεπεράσει τα πρώτα αρνητικά συναισθήματα που δημιουργεί η  αποχώρηση και να εκμεταλλευτεί δημιουργικά τον χρόνο που έρχεται.

    Ταξίδια και φίλοι, διασκέδαση και διάβασμα ή μουσική, καινούρια χόμπι, καλύτερη επικοινωνία ανάμεσα στους συντρόφους, μπορούν να γεμίσουν πολύ ευχάριστα τον ελεύθερο χρόνο που “γεννά” η απουσία του παιδιού. Σήμερα, βέβαια, επειδή τα περισσότερα ζευγάρια στη μέση ηλικία εργάζονται, αντιμετωπίζουν το σύνδρομο της άδειας φωλιάς με ηπιότερα συναισθήματα και λιγότερη νοσταλγία.

    Γυναίκες

    Οι γυναίκες είναι πιο επιρρεπείς στην εμφάνιση έντονων συμπτωμάτων του συνδρόμου, αφού με την απομάκρυνση του παιδιού αισθάνονται ξαφνικά ότι έχουν χάσει τον σκοπό της ζωής τους και τη χρησιμότητά τους σαν άνθρωποι. Πολλές φορές αυτό συμπίπτει με τις σωματικές αλλαγές που συνδέονται με την εμμηνόπαυση, αλλαγές που επηρεάζουν τη γυναίκα ψυχολογικά και αυξάνουν την ανάγκη της για φροντίδα και υποστήριξη.

    Δεν είναι σπάνιο φαινόμενο, μια γυναίκα στην εμμηνόπαυση που βιώνει την απομάκρυνση του παιδιού της από την οικογενειακή εστία, να εμφανίσει  κατάθλιψη. Σε αυτές τις περιπτώσεις, συστήνεται οι γονείς να αναζητήσουν επαγγελματική βοήθεια.

    Βέβαια, σήμερα, στην Ελλάδα οι νέοι προτιμούν πλέον να παραμένουν στην οικογένεια όσο περισσότερο μπορούν, ενώ μερικοί δεν την εγκαταλείπουν ποτέ. Η οικονομική κατάσταση και η ασφάλεια που αισθάνονται μένοντας με τους γονείς οδηγούν τους γονείς στη σκέψη ότι δεν χρειάζεται να προετοιμαστούν για έναν χωρισμό. Όμως, αυτό τους δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι τα παιδιά θα μείνουν για πάντα μαζί τους.

    Ο αποχωρισμός όμως, που κάποια στιγμή θα έρθει, σημαίνει ότι η ζωή συνεχίζεται, οι άνθρωποι αλλάζουν, διαμορφώνονται, ωριμάζουν και δημιουργούν μια νέα ζωή, τη δική τους.

    Συμβουλές για μια «νέα αρχή» χωρίς τα παιδιά

    Βρείτε κοινές δραστηριότητες, διαθέστε το χρόνο σας σε ό,τι έχετε αφήσει – παραμελήσει όλα αυτά τα χρόνια. Μπορεί να είναι προσωπική φροντίδα, ενασχόληση με την άθληση, επιμορφωτική δραστηριότητα, ταξίδια, διασκέδαση, να βρεθείτε με φίλους κ.ο.κ.

    Αν έχετε παραμελήσει την ερωτική σας ζωή, φροντίστε να την ενδυναμώσετε.

    Φυσικά, όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι θα απομακρυνθείτε από το παιδί σας. Θα είστε πάντα εκεί, διακριτικά δίπλα του, να το ακούσετε, να του συμπαρασταθείτε στις δυσκολίες και να το ενθαρρύνετε ότι θα τα καταφέρει.

    Δήμητρα Σφήκα , Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπεύτρια, Πανεπιστημίου Caen Γαλλίας, Οικογενειακή θεραπεύτρια, Μέλος της Εταιρείας Ομαδικής Ανάλυσης & Οικογενειακής Θεραπείας, Μαρούσι

  • Η καλοσύνη μας κάνει καλό!

    Η καλοσύνη μας κάνει καλό!

    Μέσα σε όλη τη μαυρίλα που απλώθηκε πάνω σε όλους μας μετά το δυστύχημα των τραίνων στα Τέμπη, υπήρξε για μένα και μια αχτίδα φωτός και ελπίδας: η υπέροχη ανθρωπιά πολλών ανθρώπων.

    Ανθρώπων που φέρθηκαν με γενναιότητα, με ανιδιοτέλεια, με αυτοθυσία, με καλοσύνη.  Ανθρώπων που μόλις είχε γίνει η σύγκρουση, αντί να κοιτάξουν μόνο να σώσουν τον εαυτό τους, προσπάθησαν να σώσουν και άλλους. Ανθρώπων που μετά το δυστύχημα, περίμεναν σε ουρές για να προσφέρουν αίμα. Ανθρώπων που μέρες μετά πασχίζουν με κάθε τρόπο να στηρίξουν όλους εκείνους που πληγώθηκαν από το τόσο τραγικό αυτό περιστατικό.

    Ζούμε σε μια εποχή που προβάλει πολύ το κακό, το άσχημο, το βίαιο. Κι όμως, ευτυχώς υπάρχει και το καλό. Υπάρχουν όλοι αυτοί οι ήρωες που στις δύσκολες στιγμές σκέφτονται και τους άλλους εκτός από τον εαυτό τους. Όλοι αυτοί οι εθελοντές που καθημερινά προσφέρουν χρόνο, ενέργεια, χρήματα για να βοηθήσουν άλλους. Όλοι αυτοί που φέρονται με ευγένεια και με καλοσύνη στους συνανθρώπους τους και κάνουν την ζωή μας τόσο μα τόσο καλύτερη.

    Πραγματικά, η καλοσύνη βελτιώνει πολύ την ποιότητα της ζωής όλων. Πολλές έρευνες δείχνουν ότι ο εθελοντισμός όχι μόνο ωφελεί εκείνους που «παίρνουν» αλλά και εκείνους που «δίνουν». Όταν βοηθάμε έναν άλλο άνθρωπο νιώθουμε πολλά θετικά πράγματα ταυτόχρονα. Πρώτα απ’ όλα νιώθουμε ότι είμαστε σε αρκετά καλή κατάσταση ώστε να μπορούμε να βοηθήσουμε κάποιον άλλο. Επομένως, δίνουμε ένα θετικό feedback στον εαυτό μας για την ίδια μας την κατάσταση. Επιπλέον, νιώθουμε ότι είμαστε καλοί και χρήσιμοι άνθρωποι, άρα εκτιμάμε περισσότερο τον εαυτό μας. Τελικά, νιώθουμε ότι  ζωή μας έχει νόημα και αυτό μας γεμίζει με μια αίσθηση πληρότητας και ικανοποίησης.

    Η πληρότητα αυτή μας κάνει να έχουμε καλύτερη διάθεση, λιγότερο άγχος, λιγότερες πιθανότητες να αναπτύξουμε κατάθλιψη, λιγότερο μόνιμο θυμό. Επίσης, ο εθελοντισμός φαίνεται πως βοηθάει και το σώμα μας καθώς διάφορες έρευνες δείχνουν πως οι εθελοντές έχουν χαμηλότερη θνησιμότητα από συνομηλίκους τους που δεν λειτουργούν ως εθελοντές, υποφέρουν λιγότερο από χρόνιο πόνο, και έχουν μειωμένες πιθανότητες για καρδιακές παθήσεις.

    Παράλληλα, ο εθελοντισμός βοηθάει να συνδεόμαστε περισσότερο με τους ανθρώπους γύρω μας, να νιώθουμε ότι ανήκουμε σε ένα κοινωνικό πλαίσιο, και να κάνουμε νέους φίλους με τους οποίους μάλιστα θα έχουμε και πολλά κοινά. Ο εθελοντισμός διευρύνει την οπτική μας και ανοίγει το μυαλό μας. Ο εθελοντισμός κάνει τεράστιο καλό σε όλους μας.

    «Ωραία όλα αυτά – αλλά ποιος προλαβαίνει να κάνει εθελοντισμό;» ίσως να σκέφτεστε.

    Πρώτα απ’ όλα, ο εθελοντισμός δεν απαιτεί πολύ χρόνο. Μπορείτε να αποφασίσετε και να διαθέσετε τον χρόνο που εσείς έχετε. Ακόμα και μια ώρα τον μήνα, ακόμα και μέσα από το σπίτι σας, μέσα από κάποια οθόνη ή κάποιο τηλέφωνο, θα ωφελήσει τόσο εσάς όσο και κάποιον άλλο άνθρωπο. Επίσης, αν δεν έχετε χρόνο, μπορείτε να προσφέρετε χρήματα, αντικείμενα, γνώσεις. Οτιδήποτε προσφέρετε σε άλλους ανιδιοτελώς, θα επιστραφεί σε εσάς με τόκο.

    Ωστόσο, καλοσύνη δεν σημαίνει μόνο «σώζω τους άλλους» ούτε σημαίνει μόνο «είμαι εθελοντής». Η καλοσύνη είναι μια στάση ζωής, μια νοοτροπία. Δεν είναι ανάγκη να είμαστε εθελοντές για χρόνια, ούτε ήρωες που σώζουν ζωές. Μπορούμε να φερόμαστε με καλοσύνη στην καθημερινότητά μας – και αυτό ήδη θα κάνει τεράστιο καλό τόσο σε εμάς όσο και στους ανθρώπους γύρω μας.

    Σκεφθείτε πόσο πιο ωραία θα ήταν η ημέρα μας αν φερόμαστε με καλοσύνη και ευγένεια ο ένας στον άλλο. Αν χαμογελούσαμε στον υπάλληλο του καταστήματος, αν δίναμε τη θέση μας στο λεωφορείο στον ηλικιωμένο, αν βοηθούσαμε κάποιον που δεν ένιωθε καλά, αν παραχωρούσαμε προτεραιότητα στο σταυροδρόμι. Σκεφθείτε πόσο πιο ωραία θα ήταν η ζωή μας αν φερόμαστε με καλή πίστη και καλή διάθεση στου άλλους.

    Αυτές οι μικρές καθημερινές πράξεις καλοσύνης μπορούν πραγματικά να κάνουν καλύτερη τη ζωή όλων μας – και είναι τόσο εύκολο να τις κάνουμε. Αρκεί να το αποφασίσουμε!

    Σοφία Ανδρεοπούλου, MSc, Ψυχολόγος-Παιδοψυχολόγος

  • Το βλαβερό και το ωφέλιμο άγχος!

    Το βλαβερό και το ωφέλιμο άγχος!

    Άγχος! Όλοι μιλάμε για το άγχος διαρκώς – η εποχή μας άνετα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως η εποχή του άγχους. Αυτό βέβαια δεν είναι καθόλου παράξενο αν σκεφτεί κανείς ότι μια συχνή απάντηση στην ερώτηση «τι κάνεις;» είναι «τρέχω!».

    Τρέχουμε, πιεζόμαστε, προσπαθούμε να τα προλάβουμε όλα, να τα πετύχουμε όλα, να τα αποκτήσουμε όλα. Ταυτόχρονα, η διαρκής επαφή μας με την «επικαιρότητα» μας θυμίζει συνεχώς πόσο αβέβαια είναι όλα, πόσα τραγικά μπορούν να συμβούν ανά πάσα στιγμή, πράγμα που βέβαια μας γεμίζει φόβο. Επομένως, από τη μια πλευρά πιεζόμαστε για να βγάλουμε πέρα την καθημερινότητα, από την άλλη φοβόμαστε διαρκώς ότι η πιεστική αυτή καθημερινότητα μπορεί να καταρρεύσει – και όλα αυτά μας δημιουργούν ένα μόνιμο αίσθημα άγχους.

    Τι όμως είναι το άγχος;

    Πρώτα απ’ όλα, ας το ξεχωρίσουμε από το στρες. Το στρες είναι η φυσιολογική αντίδραση του οργανισμού μας όταν έρχεται αντιμέτωπος με κάτι νέο, απαιτητικό, όταν «ξεβολεύεται». Το στρες προετοιμάζει το σώμα μας για να διαχειριστεί το «άγνωστο» – και βέβαια υποχωρεί όταν πια το «άγνωστο» έχει γίνει γνωστό και η κατάσταση δεν είναι καινούρια. Το στρες λοιπόν συνδέεται περισσότερο με το παρόν.

    Το άγχος, από την άλλη μεριά, είναι η δυσάρεστη κατάσταση που βιώνουμε όταν ανησυχούμε για το τι μπορεί να συμβεί αργότερα ή σκεφτόμαστε ότι δεν είμαστε σε θέση να τα καταφέρουμε καλά σε κάτι που θα συμβεί. Το άγχος λοιπόν συνδέεται περισσότερο με το μέλλον και με σκέψεις που κάνουμε για τη δική μας ικανότητα να το διαχειριστούμε. Και καθώς το μέλλον πάντα υπάρχει, και αρνητικά σενάρια μπορούμε πάντα να κάνουμε, το άγχος δεν υποχωρεί εύκολα. Αντίθετα, μπορεί να μας συνοδεύει μόνιμα, ακόμα και χωρίς να σκεφτόμαστε συνειδητά κάτι αρνητικό για το μέλλον.

    Και όταν μόνιμα νιώθουμε άγχος, τότε πολλά άσχημα συμβαίνουν στη ζωή μας: δυσκολίες με τον ύπνο, διαταραχές διατροφής, μια μόνιμη δυσφορία, πεσμένο ανοσοποιητικό, μεγαλύτερη ευαλωτότητα σε ασθένειες, ψυχοσωματικά προβλήματα, ακόμα και προβλήματα στις σχέσεις μας. Το έντονο και χρόνιο άγχος ασφαλώς μας βλάπτει και είναι εχθρός για εμάς.

    Ωστόσο, ίσως είναι καιρός να δούμε και την άλλη όψη του νομίσματος. Το άγχος δεν είναι αναγκαστικά εχθρός – μπορεί να γίνει και φίλος μας αρκεί να είναι μέτριας έντασης και όχι διαρκές. Πρόσφατες έρευνες δείχνουν ότι το άγχος, όταν είναι μέτριας έντασης και όχι μόνιμο, μας ωφελεί. Το μέτριο άγχος μας ωθεί να σκεφτούμε από πριν τι μπορεί να πάει στραβά σε μια κατάσταση και επομένως να το προλάβουμε ή να προετοιμαστούμε καλύτερα για αυτό. Το μέτριο άγχος μας κινητοποιεί και προετοιμάζει τον οργανισμό μας για να δράσει.

    Ας δούμε ένα παράδειγμα. Η Ελένη είναι φοιτήτρια της ιατρικής και έχει μόνιμα έντονο άγχος. Συνέχεια αμφιβάλλει για την ικανότητά της να τα βγάλει πέρα και αυτό τη γεμίζει δυσφορία και την ακινητοποιεί. Στην προηγούμενη εξεταστική το άγχος της την παρέλυσε: σκεφτόταν διαρκώς ότι δεν προλαβαίνει να προετοιμαστεί καλά και ότι δεν θα περάσει, και αυτό την έκανε να νιώθει πολύ άσχημα σωματικά και ψυχικά. Είχε διαρκώς τάση για εμετό, πάθαινε ταχυπαλμίες, δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Το αποτέλεσμα ήταν ότι δεν κατάφερνε να μελετήσει σωστά και τελικά πράγματι δεν πήγε καλά στις εξετάσεις της. Το άγχος της την έβλαψε γιατί ήταν υπερβολικά έντονο και μόνιμο.

    Ο Γιάννης είναι επίσης φοιτητής ιατρικής και δεν έχει μόνιμα έντονο άγχος. Δεν αμφιβάλλει διαρκώς για την ικανότητά του να τα βγάλει πέρα. Στην εξεταστική, βιώνει ένα μέτριο άγχος που τον κινητοποιεί να διαβάσει. Η σκέψη ότι πλησιάζουν οι εξετάσεις τον ωθεί να κάνει καλύτερο πρόγραμμα και να πιέσει τον εαυτό του να το τηρήσει για να προλάβει να καλύψει την ύλη. Αν κάποια στιγμή αρχίσει να αμφιβάλλει ότι θα προλάβει, καθησυχάζει και ενθαρρύνει τον εαυτό του με τη σκέψη ότι και στις άλλες εξεταστικές τα κατάφερε μια χαρά. Έτσι διατηρεί το άγχος του σε μέτριο επίπεδο. Και όταν η εξεταστική τελειώσει, νιώθει ανακούφιση και το άγχος του περνάει.

    Ο Γιάννης και η Ελένη βρίσκονται στην ίδια κατάσταση αλλά η Ελένη βιώνει ένα έντονο και διαρκές άγχος που είναι βλαβερό, ενώ ο Γιάννης ένα μέτριο και προσωρινό άγχος που είναι ωφέλιμο. Για την Ελένη το άγχος είναι εχθρός – για τον Γιάννη είναι φίλος.

    Πώς λοιπόν μπορούμε να κάνουμε το άγχος φίλο μας;

    Πρώτα απ’ όλα, είναι πολύ σημαντικό να το αποδεχτούμε και να το δούμε θετικά: πάντα θα υπάρχει κάποιο άγχος στη ζωή μας. Δεν πρέπει να προσπαθούμε να το αποφεύγουμε, δεν πρέπει να το φοβόμαστε. Πρέπει να το βλέπουμε σαν κάτι που μπορεί να μας κάνει καλό.

    Το επόμενο βήμα είναι να δουλέψουμε με την αυτοπεποίθησή μας: προκειμένου να μην αγχωνόμαστε υπερβολικά πρέπει να πιστεύουμε περισσότερο στην ικανότητά μας να τα βγάζουμε πέρα. Είναι πολύ σημαντικό να αρχίσουμε να τονίζουμε περισσότερο στον εαυτό μας αυτό που καταφέρνουμε, αυτό στο οποίο είμαστε καλοί, αυτό που έχουμε ήδη πετύχει.

    Επιπλέον, είναι σημαντικό να περιορίσουμε τη φαντασία μας και να αυξήσουμε τη δράση μας. Αντί να φανταζόμαστε τι μπορεί να πάει στραβά, καλύτερο θα ήταν να εντοπίσουμε τι μπορούμε να κάνουμε για να αυξήσουμε τις πιθανότητες να πάνε όλα καλά. Το άγχος είναι εκεί για να μας ωθεί σε δράση.

    Στα πλαίσια της προσπάθειας για δράση, είναι σημαντικό να διακρίνουμε τι μπορούμε να ελέγξουμε και τι όχι. Δεν ασκούμε έλεγχο πάνω στα πάντα. Στην πραγματικότητα, μπορούμε να ελέγξουμε κυρίως τον τρόπο που σκεφτόμαστε και αντιδρούμε. Δεν μπορούμε να ελέγξουμε τις αντιδράσεις των άλλων ούτε όλες τις συνθήκες γύρω μας. Επομένως, κάνουμε τις ενέργειες που έχουμε αποφασίσει για να βελτιώσουμε τις πιθανότητες να πάνε όλα καλά. Τα υπόλοιπα δεν μπορούμε να τα ελέγξουμε οπότε δεν έχει νόημα να τα σκεφτόμαστε.

    Αν το καλοσκεφθείτε, το μόνιμο άγχος είναι σαν να προσπαθούμε να σκοτώσουμε ένα φανταστικό τέρας – δαπανάμε άπειρη ενέργεια χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Δεν χρειάζεται να πολεμάμε πια – αρκεί να πάψουμε να φανταζόμαστε το φανταστικό τέρας. Αρκεί να το φανταστούμε σαν φίλο μας!

    Σοφία Ανδρεοπούλου, MSc Ψυχολόγος-Παιδοψυχολόγος

  • Το στρες μαστίζει και τα παιδιά!

    Το στρες μαστίζει και τα παιδιά!

    Τα παιδιά ανταποκρίνονται διαφορετικά στο άγχος ανάλογα με την ηλικία τους, τις ιδιαιτερότητες προσωπικότητας, τις ικανότητες αντιμετώπισης, γεγονός που δεν αποκλείεται από πολλούς γονείς να μην καταφέρουν να αναγνωρίσουν τα σημάδια του στρες στο παιδί τους. «Οι γονείς πρέπει να είναι σε θέση να αναγνωρίζουν τα σημάδια του παιδικού άγχους και να αναζητούν πιθανές αιτίες.

    Οι γονείς είναι οι πρώτοι που μπορούν να βοηθήσουν τα παιδιά να διαχειριστούν το άγχος τους. Παρ’ όλα αυτά υπάρχουν παιδιά που μπορεί να παρουσιάζουν αγχώδη διαταραχή για διάφορους λόγους. Είτε διότι είναι έτσι δομημένο το μοντέλο της οικογένειας και μεταφέρεται το επαγγελματικό stress των γονέων/ενηλίκων προς αυτά, είτε να οφείλεται και σε κληρονομικούς παράγοντες. Σε κάθε περίπτωση μπορούν να επωφεληθούν από επαγγελματική βοήθεια με ήπιας μορφής κοινωνική θεραπεία», επισημαίνει η Κλινική Ψυχολόγος Βίκυ Δασκαλάκη, MSc, University of London.

    Σημάδια άγχους στα παιδιά 

    «Το stress οδηγεί τα παιδιά στο να εκφράζονται με τρόπους απογοητευτικούς ή αλλόκοτους προς τους γονείς, ωστόσο είναι υψίστης αναγκαιότητας για τους γονείς των ανηλίκων να αναγνωρίσουν ή και να λάβουν μια σωστή ενημέρωση επίγνωσης συμπτωματολογίας άγχους στο παιδί. Πολλές φορές μέσα από το παιχνίδι και ιδίως στην πρώιμη παιδική ηλικία, κρύβονται πάρα πολλά σημάδια άγχους που αφορούν  συμπεριφοριστικά και συναισθηματικά ζητήματα του παιδιού. Όλα αυτά σχετίζονται με συναισθήματα άγχους», τονίζει η κ. Δασκαλάκη.

    Μερικά κοινά σημεία συμπεριφοράς άγχους περιλαμβάνουν:

    1. Ανάπτυξη νευρικής συνήθειας, όπως το δάγκωμα νυχιών. 
    2. Φόβοι – ειδικές φοβίες (όπως φόβος για το σκοτάδι, μόνος ή ξένοι). 
    3. Φόβος για ύψη ή καταιγίδες (σε μικρότερα παιδιά σχολικής ηλικίας). 
    4. Δυσκολία συγκέντρωσης (εκδήλωση στο σχολείο και κατά την άσκηση σχολικών καθηκόντων). 
    5. Άρνηση να πάει σχολείο (προφάσεις και δικαιολογίες). 
    6. Διαρκής πρόκληση προβλημάτων στο σχολείο για ιδεολογικά ζητήματα (είτε με συμμαθητές είτε με εκπαιδευτικούς).  
    7. Φόβος για το σκοτάδι, τέρατα, έντομα και ζώα σε παιδιά προσχολικής ηλικίας. 
    8. Μικροκλοπές ασήμαντης αντικειμενικής αξίας πραγμάτων. 
    9. Απομόνωση/αποξένωση  (απόσυρση από οικογένεια ή φίλους ιδίως κατά την εφηβεία).  
    10. Ανησυχούν για το σχολείο και τους φίλους τους (για τα μεγαλύτερα παιδιά σχολικής ηλικίας και εφήβους). 
    11. Μπορεί επίσης να έχουν άγχος για εξετάσεις και βαθμούς. 
    12. Υψηλά επίπεδα stress εξαιτίας του ισχυρού ανταγωνισμού εντός σχολείου, όσον αφορά τις υψηλόβαθμες επιδόσεις και απαιτήσεις. 

    «Αυτοί οι παιδικοί φόβοι είναι φυσιολογικοί και συνήθως μειώνονται από μόνοι τους καθώς το παιδί μεγαλώνει. Θεωρείται περιστασιακό άγχος, το οποίο μπορεί να είναι φυσιολογικό, και η περισσότερο παρατεταμένη παραμονή για να υποδείξει αληθινά συμπτώματα μιας αγχώδους διαταραχής. Τραυματικά γεγονότα και μετατραυματικό στρες στην παιδική ηλικία είναι λιγότερο εμφανή, ωστόσο σε περιπτώσεις ειδικών συνθηκών όπως παιδιά σε εμπόλεμες ζώνες ή πρόσφυγες, είναι δυνατό να παρουσιάσουν» συμπληρώνει η Ψυχολόγος κ. Δασκαλάκη.

    Οι παράγοντες που προκαλούν ανησυχία και άγχος στα παιδιά διαφορετικών ηλικιών μπορεί να είναι οι νέες καταστάσεις αλλαγής (π.χ σε περίπτωση διαζυγίου, αλλαγής οικίας, έλευσης ενός νέου παιδιού στην οικογένεια), απαιτητικές εργασίες, ακόμη και άγνωστοι άνθρωποι μπορεί να οδηγήσουν σε φόβο και άγχος στα παιδιά ανά περιόδους!

    Το άγχος συχνά εμφανίζεται με σωματικά συμπτώματα. Τα παιδιά που αισθάνονται άγχος συνήθως αναφέρουν πονοκεφάλους ή στομαχόπονο και σίγουρα επισκέπτονται πιο τακτικά τον παιδίατρο.

    Πηγές άγχους σε εφήβους   

    Καθώς τα παιδιά μεγαλώνουν, οι πηγές άγχους τους διευρύνονται – πολλαπλασιάζονται. Οι έφηβοι είναι πιθανότερο από τα μικρά παιδιά να αγχωθούν από τις καταστάσεις καθώς έχουν ήδη μεγιστοποιηθεί οι θεματικές ενότητες που χρειάζονται να εμβαθύνουν αλλά και οι σωματικές απαιτήσεις πλέον στο μέγιστο βαθμό. Οι συνομήλικοι μπορούν να βοηθήσουν στην καταπολέμηση του άγχους, αλλά και το αντίστροφο. Οι κοινωνικές σχέσεις είναι ιδιαίτερα σημαντικές στην εφηβεία. Πολλοί έφηβοι ανησυχούν για την προσαρμογή στις πρώτες τους ρομαντικές σχέσεις και την πίεση των συνομήλικων γύρω από τη χρήση ουσιών και το σεξ.

  • Ανθρώπινες σχέσεις «Καμία ανοχή, σε καμία μορφή βίας»

    Ανθρώπινες σχέσεις «Καμία ανοχή, σε καμία μορφή βίας»

    Παιδιά της ίδια μητέρας, της ενδοοικογενειακής βίας, είναι σύμφωνα με την Κλινική Ψυχολόγο Ψυχοθεραπεύτρια, Δρα της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και Διευθύντρια του Ψυχοθεραπευτικού Κέντρου Therapy Nest, Άννα Κανδαράκη, όλα τα είδη βίας που βιώνουμε ως κοινωνία.

    Στην πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξή της στο περιοδικό ΔΥΟ, η ίδια επισημαίνει ότι μια κακοποιητική σχέση, όπως και κάθε σχέση, χρειάζεται δύο και πως κανείς δεν μπορεί να γίνει κακοποιητικός εάν δεν του το επιτρέψουμε.

    Παρατηρούμε διαρκώς μια έκρηξη στη βία γύρω μας: ενδοοικογενειακή, ενδοσχολική, βία με θύματα γυναίκες, βία με θύματα παιδιά. Βία σωματική, αλλά και σεξουαλική. Πού οφείλεται αυτή η έκρηξη; 

    Έχει σημασία να κατανοήσουμε ότι οποιοδήποτε επιθετικό προσδιορισμό και να βάλουμε δίπλα από τη λέξη βία -έμφυλη, σχολική, εφηβική, σεξουαλική- όλες οι μορφές της είναι παιδιά της ίδιας μητέρας: της ενδοοικογενειακής βίας.
    Η βιβλιογραφία δείχνει ότι εκείνος που ασκεί βία μέσα στην εργασία του είναι εκείνος που έχει ασκήσει βία στο σχολείο και είναι ο ίδιος αντίστοιχα που έχει βιώσει βία μέσα στην οικογένειά του. Υπάρχει δηλαδή εξοικείωση με τη βία από την παιδική ηλικία.
    Αν δεν πιάσουμε το νήμα της βίας -κρυφής ή φανερής- μέσα στην οικογένεια, το φαίνομενο θα συνεχίσει να εντείνεται και να επεκτείνεται.

    Υπήρξε μια αλματώδης αύξηση της βίας της τάξης του 20% στη διάρκεια των lockdown. Σε ολόκληρη την Ευρώπη παρατηρήθηκε αύξηση των κλήσεων βοήθειας σε γραμμές για θύματα βίας τους πρώτους 9 μήνες της πανδημίας. Ήταν παράγοντας τα lockdown, «απόνερα» των οποίων βλέπουμε ακόμη και σήμερα; 

    Η πανδημία ξεκίνησε ως μια υγειονομική κρίση και εξελίχθηκε σε υπαρξιακή κρίση. Θέσαμε ερωτήματα όπως: Τι είναι η ζωή; Τι είναι ο θάνατος; Πότε η ελευθερία μπαίνει πάνω από την ίδια τη ζωή; Πόση αξία έχει η ζωή χωρίς την ελευθερία και την ανθρώπινη επαφή;  Βιώσαμε σημαντικές απώλειες βασικών μας αναγκών, όπως είναι η ελευθερία και η ανθρώπινη επαφή.
    Ένας τέτοιος περιορισμός μπορεί να οδηγήσει σε ενστικτώδεις μηχανισμούς επιβίωσης, που πάνω στο κατάλληλο υπόβαθρο μπορούν να βγουν ακατέργαστοι προς τα έξω, μέσα από τη βία και την επίθεση. Και όταν λέμε «να βγουν» εννοούμε σε κάποιον άλλο ή στον εαυτό μας. Γι’ αυτό είδαμε και αύξηση στη χρήση ουσιών και των αυτοκαταστροφικών συμπεριφορών.
    Την ίδια στιγμή το lockdown δεν επέτρεπε τους περιφερειακούς αντιπερισπασμούς αποσυμπίεσης, όπως είναι τα ταξίδια, τα ψώνια, τα γήπεδα, οι συναντήσεις με φίλους. Μείναμε ξαφνικά μέσα σ’ ένα σπίτι μόνοι με τις επιλογές μας και κάποιες φορές καταλάβαμε δυστυχώς ότι αυτές οι επιλογές είναι κακοποιητικές. Επομένως «φυλακιστήκαμε με τις επιλογές μας».
    Στην πανδημία θύτης και θύμα βρέθηκαν κλεισμένοι μέσα, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα διαφυγής.  Προσέξτε όμως. Δεν δημιούργησε η πανδημία τον θύτη ή το θύμα. Αυτοί οι ρόλοι προϋπήρχαν και απλώς ενισχύθηκαν κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες, δεδομένου ότι δεν υπήρχαν πλέον οι εύκολες, γνώριμες λύσεις.Ούτε ο θύτης μπορούσε να διοχετεύσει την ένταση και τον θυμό του μέσα από συναθροίσεις ούτε το θύμα αντίστοιχα μπορούσε να κουκουλώσει ή να υποτιμήσει τον πόνο μέσα από την επικοινωνία με κάποιο συγγενή ή φίλο. Άλλωστε, όλα αυτά είναι υποκατάστατα και σε καμία περίπτωση λύσεις.
    Γι’ αυτό και οι κλήσεις σε τηλεφωνικές γραμμές βοήθειας μπορεί όντως να έγιναν η μόνη δυνατότητα διεξόδου.

    Μιλούν περισσότερο σήμερα οι γυναίκες και τα παιδιά για τη βία;

    Φαίνεται πως η πανδημία μπορεί να βοήθησε σε αυτό. Ήταν σαν να κλείσαμε τις πόρτες του σπιτιού μας και να ανοίξαμε περισσότερο τα αυτιά μας, τα μάτια μας, τις ψυχές μας. Να ακούσουμε. Και όταν αισθανθήκαμε ότι μας ακούν, αντίστοιχα τολμήσαμε και να μιλήσουμε. Βασική προϋπόθεση του ομιλητή είναι το ακροατήριο. Τώρα μιλάμε περισσότερο γιατί είμαστε και έτοιμοι να ακούσουμε περισσότερο.
    Μοιάζει σαν να είμαστε περισσότερο έτοιμοι να διαχωρίσουμε την ευθύνη του θύτη και να δεχτούμε την ολοκληρωτική απενοχοποίηση του θύματος, ειδικά στις περιπτώσεις της σεξουαλικής κακοποίησης, όπως στην περίπτωση του me too. Μας ενδιαφέρει η ουσία των σχέσεών μας και όχι μόνο η επιφάνεια. Έχουμε πραγματικό νοιάξιμο και όχι αρρωστημένη περιέργεια για το τι συμβαίνει στον διπλανό, κι αυτό ήταν κάτι που επίσης μας έμαθε η πανδημία. Ότι, δηλαδή, αυτό που συμβαίνει στον διπλανό, δεν είναι μακριά. Μας αφορά.

    Τι ρόλο έχει παίξει η ύπαρξη κοινωνικών λειτουργών/ψυχολόγων στα σχολεία; 

    Η ύπαρξη εκπαιδευμένου προσωπικού σε ζητήματα ψυχικής υγείας είναι μια μεγάλη βοήθεια, τόσο για τους εκπαιδευτικούς όσο και για τους γονείς. Το σχολείο είναι το δεύτερο περιβάλλον όπου το παιδί μαθαίνει να συσχετίζεται. Εκεί μπορεί ένα έμπειρο μάτι να εντοπίσει λανθασμένες συμπεριφορές και τραύματα που μπορεί να κουβαλάει ένα παιδί. Αρχικά, λοιπόν, η παρουσία τους είναι σημαντική για να εντοπιστούν προβλήματα που μπορεί να υπάρχουν και να μην έχουν γίνει εμφανή μέσα στην οικογένεια.

    Σε δεύτερη ανάγνωση, ο ειδικός έρχεται να δώσει βοήθεια, να κατευθύνει, να ενημερώσει τους γονείς και τέλος να δημιουργήσει ένα νέο πλαίσιο, αυτό το θεραπευτικό, στο παιδί που θα μάθει να εμπιστεύεται, να μεταφέρει τη δυσκολία του και να μοιράζεται το συναίσθημά του. Ειδικά εάν στο σπίτι δεν υπάρχουν αυτές οι προϋποθέσεις. Θέλω να είμαι δίκαιη. Η γονεϊκότητα σήμερα είναι μια πολύ περίπλοκη και απαιτητική υπόθεση. Σαν γονιός μέσα σε μια τεράστια μέρα με πολλές υποχρεώσεις και τρέξιμο πρέπει να βρω χρόνο για το παιδί μου και την ίδια στιγμή να καταλάβω τα δικά μου τα σκοτάδια, να μην τα μεταφέρω.Γι’ αυτό και καμαρώνω πολύ τους νέους γονείς που έρχονται και ζητούν βοήθεια. Οι ψυχολόγοι διορθωτικές κινήσεις θα κάνουμε. Οι πρωταγωνιστές για ένα παιδί είναι και θα είναι πάντα οι γονείς.Τι θα ήταν ίσως ένα από τα σημαντικότερα πράγματα που θα έπρεπε να μάθουμε στα παιδιά μας για να εξελιχθούν σε υγιείς προσωπικότητες;  Δεν υπάρχει μεγαλύτερη δύναμη από την ελευθερία. Σημαντικό είναι τα παιδιά να μάθουν να είναι ελεύθερα. Θυμηθείτε ότι φροντίζω σημαίνει φροντίζω για την αυτονομία του άλλου. Εμείς μπερδευόμαστε και νομίζουμε ότι φροντίδα σημαίνει αναλαμβάνω τον άλλο, θυσιάζομαι, βάζω τον εαυτό μου στην άκρη.
    Γι’ αυτό και η Ελληνίδα μητέρα έχει μάθει να φροντίζει, αλλά όχι να φροντίζεται. Και αυτή η νοοτροπία της θυσίας, και αντίστοιχα της ενοχής, μεταφέρεται από γενιά σε γενιά.
    Τα νέα παιδιά έχει σημασία να νιώσουν ελεύθερα, να χτίσουν αυτονομία, για να μπορούν να βρουν τα δικά τους υλικά, να φτιάξουν τη δική τους ευτυχία.

    Ποια είναι τα σημάδια μιας κακοποιητικής σχέσης;

    Κανείς δεν μπορεί να γίνει κακοποιητικός, εάν δεν του το επιτρέψουμε. Το υπογραμμίζω αυτό γιατί έχει νόημα να καταλάβουμε ότι η κακοποιητική σχέση, όπως κάθε σχέση, χρειάζεται δύο. Κάποιος να κακοποιεί και κάποιος να ανέχεται.  Η βία συχνά ξεκινάει πιο ήπια, με ένα υποτιμητικό σχόλιο, ένα απαξιωτικό βλέμμα και εξελίσσεται κλιμακωτά. Συναντώ γυναίκες που πρώτα οι ίδιες θα υποτιμήσουν τη βία, που δέχονται ότι «ήταν απλά ένα χαστούκι», «μια σπρωξιά». Εξαρχής, λοιπόν, να πούμε ότι δεν υπάρχει καμία ανοχή σε καμία μορφή βίας.
    Ένα ακόμα σημάδι είναι όταν εντοπίζουμε έντονη ζήλεια, πίσω από την οποία τις περισσότερες φορές κρύβονται έλεγχος και περιορισμός. Εδώ πάλι πρέπει να προσέξουμε γιατί ένα κορίτσι που μπορεί να μην έχει λάβει την αντίστοιχη προσοχή στο σπίτι του, μπορεί να καταγράψει αυτή τη συμπεριφορά ως ενδιαφέρον και νοιάξιμο που η ίδια έχει στερηθεί.
    Κακοποιητικές σχέσεις συναντάμε επίσης σε κλειστά συστήματα. Σταδιακά, το ζευγάρι κλείνεται, αποκόβεται απο άλλες σχέσεις, με αποτέλεσμα την απομόνωση και τον αυτοεγκλωβισμό. Στόχος είναι η απόλυτη εξάρτηση του θύματος από τον θύτη, να μην υπάρxει καμία αυτονομία. Γι΄αυτό και συχνά βλέπουμε γυναίκες να σταματούν τη δουλειά τους, να μην έχουν τη δική τους οικονομική ανεξαρτησία, ώστε η φυγή τους να γίνεται ακόμα πιο δύσκολη.

    Ποια είναι τα χαρακτηριστικά των θυμάτων; 

    Έχει σημασία να δούμε τόσο τον θύτη όσο και το θύμα. Γιατί ο ένας «χρειάζεται» τον άλλο. Θύτης και θύμα πάνε χέρι-χέρι και οι ρόλοι εναλλάσσονται. Θύτης και θύμα έχουν έναν κοινό παρανομαστή: νιώθουν φόβο και ανασφάλεια.  Έχουν στερηθεί την αγάπη και την προσοχή.  Τα αγόρια που εξελίσσονται σε θύτες μεγαλώνουν συχνά με αντιλήψεις που κρύβουν από πίσω έμφυλα στερεότυπα, όπως «τα αγόρια δεν κλαίνε», «οι άντρες δεν πονάνε» και μαθαίνουν να φοβούνται το συναίσθημά τους και τελικά να μη συνδέονται με αυτό. Μαθαίνουν ότι «για να είναι άντρες, θα πρέπει να είναι άτρωτοι και άφοβοι», με αποτέλεσμα να θάβουν οτιδήποτε νιώθουν, να μετατρέπονται σε παγωμένα ρομπότ που από πίσω κρύβουν φοβισμένους, ανασφαλείς ανθρώπους οι οποίοι έχουν ανάγκη τη βία για να επιβληθούν και να υπάρξουν.  Οποιοδήποτε αίσθημα αμφισβήτησης ή απόρριψης καταγράφεται ως απειλή στην οποία απαντούν με ό,τι έχουν μάθει: βία, επιβολή και τρομοκρατία.  Μην ξεχνάτε ότι ο ενήλικας θύτης έχει υπάρξει τις περισσότερες φορές ο ίδιος θύμα στην παιδική του ηλικία.
    Αντίστοιχα, τα κορίτσια που μαθαίνουν να ανέχονται τη βία τη γνωρίζουν ήδη μέσα από το σπίτι τους. Έχουν δει τη μαμά να υπομένει, να ανήκει κάπου, στον μπαμπά και μετά στο σύζυγο και στο παιδί της. Και δεν έχουν μάθει να είναι ελεύθερες και αυτόνομες. Θύτης και θύμα είναι δύο άνθρωποι ανελεύθεροι και εγκλωβισμένοι.

    Τι ψυχολογική στήριξη και ενδυνάμωση χρειάζεται μια γυναίκα που θέλει να ξεφύγει από μια κακοποιητική σχέση; 

    Μια γυναίκα που μένει σε μια κακοποιητική σχέση, συχνά έχει εκπαιδευτεί να ανέχεται και να υπομένει τη βία. Με κάποιο τρόπο της είναι γνώριμη.
    Ίσως έχει μεγαλώσει μέσα στα σκληρά έμφυλα στερεότυπα που λένε «η γυναίκα πρέπει να κρατήσει την οικογένεια», «μια μάνα πρέπει να θυσιάζεται για τα παιδιά της», να έχει εκπαιδευτεί να βάζει τον εαυτό της στην άκρη, να τον ξεχνάει και τελικά ακόμα και να τον κακοποιεί.  Χρειάζεται πολλή ουσιαστική δουλειά η ίδια, με όλα όσα κουβαλάει μέσα της, για να ξεφύγει από αυτές τις βαθιά ριζωμένες πεποιθήσεις.  Ουσιαστικά, το φαινόμενο της κακοποίησης μπορεί να εξαλειφθεί μόνο από εκεί που γεννιέται, μέσα στην οικογένεια. Μέσα στο γονεϊκό ζευγάρι, στο πώς επικοινωνούν οι δυο γονείς, στο πώς μεγαλώνουμε τους γιους και τις κόρες μας.

    Ποιες είναι οι επιπτώσεις της σεξουαλικής και της σωματικής βίας στα θύματα;

    Κάθε άνθρωπος είναι μοναδικός, γι’ αυτό και ο τρόπος που θα βιώσει και θα καταγράψει ένα τραύμα είναι επίσης μοναδικός.
    Θέλει προσοχή να μην κάνουμε γενικεύσεις.  Συναντώ όμως γυναίκες που κουβαλούν αυτό το τραύμα χρόνια, που ίσως τόλμησαν να το πουν στη μητέρα τους κι εκείνη το μείωσε, το υποτίμησε, γιατί και η ίδια φοβήθηκε την αντίδραση, την κριτική. Δεν κακοποιεί μόνο το ίδιο το τραύμα, αλλά και ο τρόπος που θα το φροντίσουμε ή αντίστοιχα θα το αμελήσουμε, θα το κουκουλώσουμε.
    Συχνά τα θύματα εκτός από δυσκολίες στην ψυχική τους υγεία, όπως αγχώδεις διαταραχές, κρίσεις πανικού ή συναισθηματικές διαταραχές, όπως η κατάθλιψη, εμφανίζουν δυσκολία εμπιστοσύνης και συσχέτισης. Κλείνονται, φοβούνται, αναπτύσσοντας αισθήματα ενοχής και ντροπής με αποτέλεσμα να παράγουν μοναξιά και να απομονώνονται.
    Υπάρχουν βήματα που πρέπει να κάνουμε ως κοινωνία και ως πολιτεία για τον περιορισμό του φαινομένου της βίας;  Η οικογένεια είναι ο καθρέφτης της κοινωνίας.
    Οικογένεια, πολιτεία και σχολείο θα πρέπει να πάνε χέρι -χέρι.  Για να γίνουν τα πρώτα βήματα της αλλαγής θα πρέπει οι γονείς να καταλάβουν τι σκοτάδια κουβαλούν οι ίδιοι στις δικές τους βαλίτσες. Για να μην τα επαναλάβουν. Πρέπει να οργανωθούν συντονισμένες σχολές γονέων, με εκπαιδευμένους ειδικούς.  Ο τρόπος που θα μεγαλώσω το παιδί μου θα καθορίσει το πώς θα σταθεί το ίδιο στο αύριο, στη δική του οικογένεια, στον σύντροφό του, στο παιδί του, στον συνάδελφό του.  Η γονεϊκότητα είναι σκυταλοδρομία, που σημαίνει ότι θα μεταφέρω όσα έχω μάθει απο τον πατέρα μου και εκείνος από τον δικό του. Η βία και η ανοχή αντίστοιχα μεταφέρονται διαγενεακά, από γιαγιά σε μητέρα και από μητέρα σε κόρη, από παππού σε πατέρα και από πατέρα σε γιο.  Σε κάθε περίπτωση η αλλαγή θα πρέπει να ξεκινήσει σήμερα, για να μπορέσουμε να δούμε τα αποτελέσματα πολύ αργότερα.

    Φωτογράφιση: Όλγα Τζίμου

    Συνέντευξη στο τεύχος ΔΥΟ | Φεβρουάριος 2023

  • Πώς αντιμετωπίζουμε το άγχος μας

    Πώς αντιμετωπίζουμε το άγχος μας

    Καθένας βιώνει διαφορετικά το άγχος και τα συμπτώματα μπορεί να είναι από «πεταλούδες στο στομάχι» έως μια έντονη ταχυπαλμία. Επίσης μπορεί να αισθάνεται κανείς εκτός ελέγχου σαν να υπάρχει αποσύνδεση μεταξύ του μυαλού και του σώματος του.

    Ακόμα σε αρκετές περιπτώσεις μπορεί να εκδηλωθεί ως ένα γενικό αίσθημα φόβου και ανησυχίας ή μπορεί είναι απλά φόβος για ένα συγκεκριμένο μέρος ή γεγονός.

    Η Άννα Χατζηδημητρίου, ΒΑ, MSc Ψυχολόγος Υγείας, Ειδικευμένη στην Ψυχο-ογκολογία και στον Χρόνιο Πόνο, St Thomas & Guy’s Hospital, UK, Διευθύντρια Τμήματος Ψυχολογίας Ιατρικού Κέντρου Αθηνών, Ιδρύτρια Κέντρου Ψυχολογίας και Προαγωγής της Υγείας «Live Well – Be Well», μας βοηθά να ξεχωρίσουμε τις βασικές μορφές άγχους:

    • Γενικευμένο Άγχος: Υπερβολικό άγχος ή ανησυχία σε πολλούς τομείς της ζωής, όπως επαγγελματικές ευθύνες, υγεία, οικονομικά ή μικρές ανησυχίες (π.χ. ολοκλήρωση οικιακών εργασιών).
    • Φοβίες: Πολύ έντονος φόβος για μια συγκεκριμένη κατάσταση ή αντικείμενο, που είναι δυσανάλογο με την πραγματική απειλή του. Για παράδειγμα, ο φόβος της ομιλίας σε κοινό ή ο φόβος για αράχνες, θεωρείται φοβία.
    • Πανικός: Μια ακραία αγχώδης αντίδραση όπου ένα άτομο βιώνει μια κρίση πανικού. Κατά τη διάρκεια μιας κρίσης πανικού, το άτομο βιώνει πολλά σωματικά συμπτώματα και κατακλύζεται από ένα αίσθημα τρόμου.

    Επιπτώσεις

    Το έντονο άγχος έχει αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία μας, με συμπτώματα όπως ενοχλητικό και επίμονο πονοκέφαλο, συχνή αϋπνία ή μειωμένη παραγωγικότητα στην εργασία. Συχνά αυτά αποδίδονται σε κάποια ασθένεια ή στην τύχη, ενώ στην πραγματικότητα η αιτία είναι το έντονο άγχος.

    Ειδικότερα το άγχος μπορεί να προκαλέσει:

    • Πονοκέφαλο
    • Μυϊκή ένταση ή πόνο
    • Πόνο στο στήθος
    • Κόπωση/ αίσθημα υπερέντασης
    • Στομαχικές διαταραχές
    • Προβλήματα ύπνου

    Στρατηγικές διαχείρισης του άγχους

    • Τακτική σωματική άσκηση
    • Υιοθέτηση ενός υγειούς τρόπου ζωής, που περιλαμβάνει σωστό πρόγραμμα ύπνου και υγιεινή ισορροπημένη διατροφή
    • Εξάσκηση τεχνικών χαλάρωσης, όπως βαθιές αναπνοές, διαλογισμός, γιόγκα ή μασάζ
    • Ποιοτικός χρόνος χαλάρωσης με την οικογένεια και τους φίλους
    • Ενασχόληση με ένα χόμπι, όπως η ανάγνωση ενός βιβλίου ή επαφή με τη τέχνη και τη μουσική
    • Σωστή διαχείριση του χρόνου
    • Δεν πιέζουμε τον εαυτό μας περισσότερο από όσο αντέχει και δεν τον υποβάλλουμε σε στρεσογόνες καταστάσεις
    • Μαθαίνουμε να εκφράζουμε με υγιή τρόπο τα συναισθήματά μας και να διεκδικούμε τα θέλω μας
    • Σε περιπτώσεις όπου το άγχος είναι ιδιαίτερα έντονο και μη διαχειρίσιμο ένας ειδικός θα μπορούσε να χορηγήσει φαρμακευτική αγωγή.
  • Η αναζήτηση της ευτυχίας!

    Η αναζήτηση της ευτυχίας!

    Το ξέρετε ότι στην Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας των ΗΠΑ (1776), στην οποία στηρίχτηκε μετέπειτα το αμερικάνικο σύνταγμα, η αναζήτηση της ευτυχίας θεωρείται αναφαίρετο δικαίωμα του ανθρώπου, μαζί με την ζωή και την ελευθερία;

    Η ιδέα αυτή ίσως ήταν πρωτοποριακή για εκείνη την εποχή, αλλά σίγουρα σήμερα είναι πολύ περισσότερο αποδεκτή. Ασφαλώς, τουλάχιστον στις ανεπτυγμένες δυτικές κοινωνίες, υπάρχει η πεποίθηση ότι έχουμε όλοι δικαίωμα να προσπαθούμε να είμαστε ευτυχισμένοι.

    Τι είναι όμως η ευτυχία;

    Για κάποιους η ευτυχία είναι κάτι άπιαστο – μια φαντασίωση, κάτι υπέροχο που είναι σίγουροι ότι ποτέ δεν θα ζήσουν. Κάτι από το οποίο έχουν παραιτηθεί. Έτσι ζουν όλη τους τη ζωή κάνοντας ακριβώς τις επιλογές και έχοντας τις αντιδράσεις που απομακρύνουν όλο και περισσότερο την πιθανότητα να ευτυχήσουν.

    Για άλλους, η ευτυχία είναι κάτι που περιμένουν να τους δοθεί με κάποιον μαγικό τρόπο χωρίς να χρειαστεί οι ίδιοι να δουλέψουν γι’ αυτό – ενίοτε μάλιστα, θεωρούν ότι είναι ευθύνη κάποιου άλλου, για παράδειγμα, του γονιού ή του συζύγου, να τους κάνει ευτυχισμένους, οπότε κατηγορούν το άτομο αυτό αν δεν είναι.

    Πολλοί άνθρωποι ταυτίζουν την ευτυχία με τις συνθήκες της ζωής τους οπότε θεωρούν ότι αν πετύχουν καλές συνθήκες, θα νιώσουν αυτόματα ευτυχία. Αν, για παράδειγμα, βρουν τον/την ιδανικό/η σύντροφο, το τέλειο σπίτι, την καταπληκτική δουλειά, θα γίνουν ευτυχισμένοι.

    Άλλοι πάλι, ταυτίζουν την ευτυχία με την επιτυχία, με την επίτευξη κάποιου στόχου που τους φαίνεται εξαιρετικά σπουδαίος και ο οποίος πιστεύουν ότι θα τους κάνει να νιώσουν ευτυχισμένοι αν τον πετύχουν: να στήσουν μια επιχείρηση, να πάρουν προαγωγή, να κάνουν παιδί, να γίνουν πλούσιοι.

    Και βέβαια, υπερβολικά πολλοί άνθρωποι ταυτίζουν την ευτυχία με την ευχαρίστηση έχοντας στο μυαλό τους ότι αν νιώθω ευχάριστα, τότε είμαι ευτυχισμένος. Έτσι, γεμίζουν τη ζωή τους «απολαύσεις» (πχ. φαγητό, αλκοόλ, σεξ, ψυχαγωγία) με την ελπίδα ότι θα νιώσουν ευτυχία.

    Ωστόσο, διάφορες έρευνες τα τελευταία χρόνια δείχνουν ότι όλα αυτά –οι ιδανικές συνθήκες, η επιτυχία, οι απολαύσεις, τα χρήματα, κλπ.- μπορούν να δημιουργήσουν ίσως μια προσωρινή αίσθηση ευχαρίστησης, αλλά όχι μια σταθερή αίσθηση ευτυχίας στους ανθρώπους. Ασφαλώς η επίτευξη ενός στόχου, μια σημαντική αγορά, μια απόλαυση θα μας κάνουν να νιώσουμε ωραία για λίγο. Όμως σύντομα, θα εξοικειωθούμε με την κατάσταση αυτή, θα την αντιμετωπίζουμε ως κάτι δεδομένο, και θα πάψει πια να μας δημιουργεί αίσθηση χαράς. Επιπλέον, σταδιακά θα ξαναβγούν στην επιφάνεια οι παλιές ανασφάλειες, οι εσωτερικές δυσκολίες, τα τραύματα, όλα εκείνα που μας ταλαιπωρούσαν πριν από την φάση αυτή. Και θα ξαναρχίσουμε να νιώθουμε άσχημα, να πέφτουμε, να είμαστε ανικανοποίητοι.

    Έτσι, όλο και περισσότερο τα τελευταία χρόνια κυκλοφορεί η ιδέα ότι η ευτυχία είναι κάτι πιο μόνιμο, πιο εσωτερικό, πιο βαθύ. Δεν είναι απλώς η αίσθηση ότι είμαι επιτυχημένη ή ότι περνάω ωραία – αλλά η βαθύτερη ικανοποίηση τόσο σε σχέση με εμένα ως άτομο, όσο και σε σχέση με τη ζωή μου. Η αίσθηση ότι η ζωή μου έχει νόημα και ότι ακόμα και μέσα από τις δυσάρεστες στιγμές, μαθαίνω και ωριμάζω. Η πεποίθηση ότι προσπαθώ να αφήσω τον κόσμο ελάχιστα καλύτερο απ’ όσο τον βρήκα.

    Όπως λέει και ο ψυχίατρος και ψυχοθεραπευτής Χόρχε Μπουκάι: «Είμαι ευτυχισμένος, δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι απολαμβάνω, αλλά ότι βιώνω την ηρεμία του να ξέρω πως οδεύω σωστά προς κάτι ευχάριστο, κάτι απολαυστικό, κάτι που έχει νόημα για μένα».

    Αν, λοιπόν, αντιληφθούμε την ευτυχία ως μια πιο μόνιμη αίσθηση ικανοποίησης και πληρότητας, τότε πώς άραγε μπορούμε να την αναζητήσουμε; Αν δεν φτάνει να γίνουμε επιτυχημένοι και πλούσιοι για να νιώσουμε ευτυχισμένοι, τότε τι άλλο μας μένει;

    Τι μπορούμε να κάνουμε για να φτάσουμε στην ευτυχία;

    Όλο και περισσότεροι ερευνητές της ευτυχίας τα τελευταία χρόνια καταλήγουν σε ένα συμπέρασμα που στα δικά μου αυτιά ακούγεται πολύ λογικό: για να νιώθουμε ευτυχία το πιο σημαντικό απ’ όλα είναι η εσωτερική μας κατάσταση. Μπορούμε να νιώσουμε ευτυχισμένοι και να διατηρήσουμε μια αίσθηση ικανοποίησης και πληρότητας μόνο αν ισχύουν δύο πράγματα:

    α) να «τα έχουμε καλά» με τον εαυτό μας – να τον εκτιμάμε, να τον φροντίζουμε, να τον παρηγορούμε, τον βελτιώνουμε.

    β) να βλέπουμε πιο έντονα το θετικό και λιγότερο έντονα το αρνητικό.

    Αυτές είναι δύο προϋποθέσεις που είναι απαραίτητες για να διατηρήσουμε μια αίσθηση ευτυχίας στη ζωή μας. Αν δεν νιώθουμε καλά με τον εαυτό μας, δεν θα μπορέσουμε να απολαύσουμε τίποτα καλό στη ζωή μας – αντίθετα, ενδέχεται και να το καταστρέψουμε. Και αν δεν βλέπουμε πιο έντονα το θετικό από το αρνητικό, δεν θα μπορέσουμε να αντιληφθούμε το καλό που θα υπάρχει στη ζωή μας – αντίθετα, τα αρνητικά που θα βλέπουμε θα το πνίγουν.

    Επομένως, για να πλησιάσουμε έστω σε μια αίσθηση ευτυχίας πρέπει να στραφούμε μέσα μας, στον τρόπο που σκεφτόμαστε, που αντιλαμβανόμαστε, που αντιδρούμε. Η ευτυχία είναι μια δυνατότητα με την οποία έχουμε γεννηθεί. Και για να την πραγματώσουμε, χρειάζεται να κοιτάξουμε μέσα μας, να ασχοληθούμε με τον εσωτερικό μας κόσμο. Χρειάζεται να δουλέψουμε με εμάς.

    • Να δουλέψουμε για να χτίσουμε μια καλή σχέση με τον εαυτό μας: να τον σεβόμαστε, να τον φροντίζουμε, να τον βελτιώνουμε.
    • Να δουλέψουμε για να διδάξουμε το μυαλό μας να βλέπει περισσότερο τα θετικά: τα θετικά σε εμάς, στους άλλους ανθρώπους, στον κόσμο, στη ζωή.

    Αν λοιπόν θέλουμε να αναζητήσουμε τη ευτυχία, δεν χρειάζεται να πάμε πολύ μακριά, δεν χρειάζεται να κυνηγήσουμε δύσκολους στόχους και να κάνουμε τεράστιες επιτυχίες, ούτε να ταξιδέψουμε στα πιο απίθανα μέρη: η ευτυχία είναι μέσα μας!

    Σοφία Ανδρεοπούλου, MSc – Ψυχολόγος-Παιδοψυχολόγος